Η ωμοφαγία στα ορφικά και διονυσιακά μυστήρια

Κωνσταντίνος Τσοπάνης – Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων:

Η ωμοφαγία αποτελούσε στην αρχαιότητα μια από τις βασικότερες τελετουργίες των ορφικό-διονυσιακών εκστατικών μυστηρίων. Όπως δηλώνει και η ίδια η λέξη, επρόκειτο για την πρακτική βρώσης ωμού κρέατος, η οποία στις μυστηριακές λατρείες είχε τελετουργικό χαρακτήρα. Η ωμοφαγία ως τελετουργική συνήθεια έκανε την εμφάνιση της σε πολύ αρχαιότερους χρόνους. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, μάλιστα ,η τελετουργία αυτή στις αρχές της εμφάνισής της απαιτούσε την θυσία ανθρωπίνου θύματος. Παρακάτω θα εξετάσουμε και αυτή την εκδοχή.

Αίτιο της τελετουργίας της ωμοφαγίας, κατά την επικρατούσα άποψη, ήταν η πεποίθηση του ανθρώπου ότι καταναλώνοντας το ωμό κρέας του θύματος της θυσίας οικειοποιείτο τη δύναμη και τις ιδιότητές του. Εξάλλου, όπως είναι γνωστό, η ιδέα του ότι ο άνθρωπος μπορεί να ενσωματώσει ένα πράγμα τρώγοντας το ή πίνοντας το, είναι πολύ παλιά. Πρόκειται για έναν αρχαϊκό τρόπο απόκτησης και μια μορφή εκδήλωσης του «έχειν». Τρώγοντας ένα ιερό ζώο, τον ταύρο-Διόνυσο, αποκτά τη θεϊκή ουσία που συμβολίζει το ζώο. Πρόκειται περί της συμβολικής και μαγικής ενσωμάτωσης. Αν ο άνθρωπος πιστεύει ότι έχει ενσωματώσει την εικόνα ενός θεού, η εικόνα αυτή δεν μπορεί ποτέ πια να αποσπαστεί ή να αποβληθεί. Πρόκειται δηλαδή για μια συμβολική κατοχή που επιτυγχάνεται μέσω της βρώσης.

Παρόλα αυτά, όσον αφορά στη συγκεκριμένη ωμοφαγία των ορφικό-διονυσιακών μυστηρίων, υπάρχει και μια αντίθετη άποψη, η άποψη που υποστηρίζει ο Βάλτερ Όττο (Διόνυσος), σύμφωνα με την οποία η τελετή της ωμοφαγίας δεν ερμηνεύεται ως μυστηριακή θυσία που υποτίθεται ότι μεταβιβάζει σε εκείνον που την εκτελεί την ισχύ του θανατωμένου θεού. Το πνεύμα του μύθου, καθώς και της τελετής που τον αναπαριστά, λέει ο Όττο, είναι ότι ο θεός, ο Διόνυσος–Ζαγρεύς, ο «μεγάλος κυνηγός», δοκιμάζει ο ίδιος την φοβερή του πράξη, δηλαδή γίνεται ο ίδιος θήραμα. Ο Διόνυσος-Ζαγρέας πεθαίνει κατακερματιζόμενος από τις Μαινάδες και ανασταίνεται ξανά συμβολίζοντας τον ετήσιο θάνατο και τη βλάστηση της φύσης. Πρόκειται για ένα τελετουργικό που έχει τις ρίζες του στις τελετές της άνοιξης και της βλάστησης.

Ο μύθος στον οποίον αναφέρεται ο Όττο είναι εκείνος του διαμελισμού του Διόνυσου-Ζαγρέα, μύθος θεμελιώδης και βασικός της Ορφικό-διονυσιακής λατρείας, ο οποίος έκανε την εμφάνιση του ταυτόχρονα με τη συγκεκριμένη τελετή και της έδωσε τη δυνατότητα να πάρει καθαρά πλέον το χαρακτήρα της «θεοφαγίας».

Σύμφωνα με αυτόν το μύθο ο Διόνυσος-Ζαγρέας, γιος του Δία και της Σεμέλης, όταν ήταν παιδί ακόμα, έπεσε θύμα των απεσταλμένων από τη θεά Ήρα Τιτάνων, οι οποίοι αφού με δόλιο τρόπο τον παρέσυραν μακριά από τις τροφούς του, τον διαμέλισαν και κατεβρόχθισαν τις σάρκες του. Μόλις την τελευταία στιγμή η θεά Δήμητρα κατάφερε να σώσει την καρδιά του και να την παραδώσει στο Δία, ο οποίος και τον ανάστησε. Στην πραγματικότητα, η διαφύλαξη της καρδιάς πρέπει να ήταν συνδεδεμένη με την ανάσταση του θεού, επειδή ο μύθος είναι ξεκάθαρος. Ο Ζευς τιμώρησε τους Τιτάνες για αυτή την αποτρόπαια πράξη, κατακαίγοντάς τους με τους κεραυνούς του. Από τις στάχτες τους κατόπιν δημιουργήθηκε το ανθρώπινο γένος το οποίο σύμφωνα με τον Πλάτωνα φέρει ως είδος «προπατορικού αμαρτήματος» εκ της καταγωγής του την «θεοκτονία» και την «θεοφαγία» του Διονύσου-Ζαγρέα.

Η ορφική διδασκαλία, παρόμοια με τη θεοσοφία της Ινδίας, ανήγαγε στην τάξη του δογματικού συστήματος την παλιά πίστη στη μετενσάρκωση των νεκρών. Έτσι, ο μύθος του Ζαγρέα επανερμηνεύθηκε στα Ορφικό-διονυσιακά μυστήρια ως πραγματική θεωρία του προπατορικού αμαρτήματος και της εξαγοράς. Οι άνθρωποι γεννήθηκαν από την στάχτη των Τιτάνων, που είχαν καταβροχθίσει τον Ζαγρέα. Συνεπώς είναι ένοχοι, καθώς και εκείνοι από τους οποίους προέρχονται. Ωστόσο, η στάχτη των Τιτάνων περιέχει και την ουσία της θεϊκής υπάρξεως την οποία εκείνοι έφαγαν. Από εκείνη τη θεϊκή ύπαρξη στους ανθρώπους έμεινε και μια θεϊκή σπίθα. Η μύηση και το πολίτευμα της ορφικό-διονυσιακής ζωής στοχεύει στην απελευθέρωση αυτού του θεϊκού στοιχείου μέσω της πλήρους απόκτησης της μακάριας αθανασίας. Από το γήινο στοιχείο, το «τιτανικό», πρέπει να αποσπαστεί το ουράνιο και αθάνατο στοιχείο, το «διονυσιακό» που προέρχεται από τον Ζαγρέα.

Μεταξύ των δύο αντιθέτων αυτών στοιχείων που συνυπάρχουν ταυτόχρονα στην ανθρωπίνη φύση διεξάγεται ένας αμείλικτος και συνεχής αγώνας. Ένας αγώνας μεταξύ του καλού και του κακού, όπου άλλες φορές υπερτερεί το «τιτανικό» και άλλες το «διονυσιακό» στοιχείο. Ο άνθρωπος προκειμένου να κατανικήσει το «τιτανικό» στοιχείο προσπαθεί να ενωθεί με τον θεό Διόνυσο και να ενισχύσει το ενυπάρχον σε αυτόν «θεϊκό» στοιχείο.

Ο μόνος τρόπος που μπορεί να πετύχει την ενίσχυση και την εδραίωση του θεϊκού στοιχείου είναι να γίνει Βάκχος, να μυηθεί δηλαδή στα Ορφικό-διονυσιακά μυστήρια και να λάβει μέρος στα θυέστεια δείπνα, στα βακχικά ωμοφαγικά γεύματα που γίνονταν συνήθως νύχτα. Εκεί τρώγοντας τις ωμές σάρκες του ταύρου-Διονύσου ενώνεται με τον θεό του και κατανικά το «τιτανικό», γήινο στοιχείο που τον κρατά δεμένο με την ύλη. Τώρα πια όμως πρόκειται για μια ένωση με έναν Διόνυσο που έχει παύσει να είναι ένας θεός της βλάστησης και της άνοιξης και έχει πάρει το χαρακτήρα του θεού της σωτηρίας και της αθανασίας. Για ένα Διόνυσο που έχει, εν μέρει, εγκαταλείψει τα παλιά κυρίαρχα σύμβολα του, τον κισσό και το κλήμα, (τα οποία ωστόσο κάνουν την εμφάνιση τους έστω και δευτερευόντως στις ορφικό-διονυσιακές λατρευτικές τελετές), και εμφανίζεται πλέον ως ταύρος, ως ερίφιο ή ζαρκάδι.

Η ωμοφαγία ως επιταγή του Διονύσου.
Κατόπιν «θεϊκής» επιταγής η Ωμοφαγία αποτελεί το ουσιώδες τελετουργικό των Ορφικό-διονυσιακών μυστηρίων. Ο ίδιος ο Διόνυσος καλεί τους μύστες να λάβουν μέρος σε αυτή την «ωμοφάγο δίαιτα» των σαρκών του θυσιασμένου ταύρου. Και είναι εξαιτίας αυτής της τελετής που ο Διόνυσος-Ζαγρέας παίρνει το όνομα «Ωμέστης» ή «Ωμάδιος», που σημαίνει αυτόν που τρώει ωμό κρέας. «Τι ευτυχία καταλαμβάνει τον Διόνυσο», λέει ο χορός στην αρχή των «Βακχών» του Ευριπίδη, «όταν στην κορυφή του βουνού, στο τέλος της πορείας των θιάσων, αφήνεται να πέσει στη γη! Ντυμένος με την ιερή νεβρίδα, επιθυμώντας το πιει το αίμα του ταύρου και να καταβροχθίσει το ωμό κρέας, αυτός ορμά προς τα βουνά της Φρυγίας ή της Λυδίας!» Οι επιθυμίες που αποδίδονται στον Διόνυσο είναι εκείνες των ιερειών του. Το θύμα τους συχνά μπορούσε να είναι ένας ταύρος, επειδή ο Διόνυσος προσωποποιείται και από τον ταύρο. Στην αρχαία ελληνική θρησκεία, πριν από την εμφάνιση του Διονύσου-ταύρου, με την μορφή του ταύρου εμφανιζόταν συχνά ο Ποσειδώνας, με αποτέλεσμα ο αρχαίος έλληνας λάτρης να είναι συνηθισμένος σε αυτή την εμφάνιση του θεού ως ταύρου. Αυτός είναι και ο λόγος που στις «Βάκχες» ο Διόνυσος εμφανίζεται στον Πενθέα με την ίδια μορφή. Όμως συνήθως θυσιαζόταν ένα νεογέννητο ζαρκαδιού ή ένα κατσίκι. Η νεβρίδα την οποία έφεραν οι Βάκχες ήταν το δέρμα των ζώων που καταβροχθίζονταν με αυτή την αφορμή. Ήταν εύκολο για τις γυναίκες λάτρεις να πάρουν τα ζώα της θυσίας μαζί τους και ο Ευριπίδης τις παρουσιάζει μέσα στο παραλήρημά τους να συμπεριφέρονται σε αυτά τα νεογέννητα σαν σε δικά τους παιδιά, ή μάλλον σαν σε μικρούς θεούς, τους οποίους, ευρισκόμενες σε εκστατική μανία, τους θήλαζαν πριν τους κατακερματίσουν και τους καταβροχθίσουν. Το τελετουργικό ολοκληρωνόταν τη στιγμή που άγγιζαν τον παροξυσμό του παραληρήματος, οπότε το ζώο διαμελιζόταν και καταβρόχθιζαν τις σάρκες του ωμές. Ο Ευριπίδης χωρίζει σε δύο στάδια την Ωμοφαγία. Οι Μαινάδες πρώτα ξέσχιζαν το θύμα, ενώ ευρίσκετο ακόμη εν ζωή πολλές φορές και κατόπιν έτρωγαν το κρέας του ωμό, όπως ακριβώς διηγείται ο μύθος και περί του Διονύσου-Ζαγρέα. Μεταξύ του θεού, του θύματος και της γυναίκας υπήρχε μια πολύ στενή μυστικιστική σχέση. Σύνδεσμος αυτής της σχέσης ήταν το μικρό ζαρκάδι το οποίο τρωγόταν. Για αυτόν το λόγο οι Μαινάδες φορούσαν κατόπιν και το δέρμα του. Συχνά, σχημάτιζαν στο σώμα τους με τη μορφή του τατουάζ, το μικρό ερίφιο ή το ζαρκάδι, ως απόδειξη της ιδιότητάς τους.

Οι Βάκχες
Οι Μαινάδες ή Θυϊάδες ή όπως αλλιώς αποκαλούνταν κατά τόπους οι χαρισματικές ιέρειες του Διονύσου, έπαιζαν τον κύριο ρόλο στην ορφικό-διονυσιακή τελετή της ωμοφαγίας. Ήταν γυναίκες αφιερωμένες στον θεό Διόνυσο, γνωστές και ως Βάκχες, και αποτελούσαν ένα είδος χαρισματικού ιερατείου της διονυσιακής λατρείας. Ο Ορφεύς αργότερα τις απέκλεισε από τα αναμορφωμένα μυστήρια του και αυτές εκδικούμενες, σύμφωνα με τον μύθο, τον εφόνευσαν. Οι Βάκχες προκειμένου να τελέσουν την Ωμοφαγία υποβάλονταν προηγουμένως σε διάφορα τελετουργικά καθαρότητος. Προετοιμάζονταν με μια νηστεία μερικών ημερών, τηρώντας ταυτοχρόνως εγκράτεια. Η σεξουαλική απαγόρευση, ως προϋπόθεση λειτουργικής καθαρότητας, δεν έγινε στην αρχή από ένα αίσθημα ηθικής λεπτότητος. Πίστευαν, μάλλον, ότι εκείνοι που επρόκειτο να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους χρέη, έπρεπε να κατέχουν απαραίτητα μια φυσική αρετή αγνότητας, την οποίαν έπρεπε για κάποιο μαγικό-θρησκευτικό λόγο να διατηρούν ανέπαφη και την οποία οι σεξουαλικές σχέσεις όχι μόνον έβλαπταν αλλά και εξαφάνιζαν. Από εδώ προκύπτει η ανικανότητα λόγω «έλλειψης καθαρότητος».

Μετά την προκαθορισμένη νηστεία και τους εξαγνισμούς ακολουθούσε ο διαμελισμός του ταύρου ή όποιου θυσιαζομένου ζώου εκπροσωπούσε τον Διόνυσο και η Ωμοφαγία. Η τελετουργία της Ωμοφαγίας πρέπει από τη φύση της να περιείχε βάρβαρα στοιχεία. Ο Ευριπίδης, (Βάκχαι), μας δίνει μια πληροφορία για τη μορφή της τελετής όταν βάζει τις Μαινάδες να λένε: «αναζητώντας σφαγμένου ταύρου το αίμα, τη χαρά της ωμοφαγίας». Ο επιτόπιος διαμελισμός του σφαγμένου ζώου αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της τελετουργίας, προκειμένου να έχουν την σάρκα όσον το δυνατόν περισσότερο ωμή, επειδή το αίμα είναι ζωή. Όλα αυτά φυσικά τελούντο υπό κατάσταση εκστατικής μανίας.

Οι Βάκχες παρουσιάζονται να βρίσκονται σε μια εκστατική κατάσταση όμως το παραλήρημα τους δεν προξενείτο από την μέθη. Μια απόδοση του εκστατικού παραληρήματος των Μαινάδων στην κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων οίνου θα ήταν μια πολύ απλοϊκή και αβασάνιστη ερμηνεία. Σε αυτό το εκστατικό παραλήρημα μπορούσαν να φτάσουν μέσω των τελετουργικών χορών, των τραγουδιών και των κραυγών που ακολουθούσαν την προκαταρκτική νηστεία. Σκοπός όλων αυτών των τελετουργικών δεν ήταν να ρυθμίζει την πορεία της φύσης, όπως συνέβαινε σε άλλα λατρευτικά δρώμενα, αλλά να ενσωματώνει σε ορισμένα άτομα το πνεύμα που δρα στην φύση και του οποίου φορείς γίνονταν αυτά τα άτομα. Έτσι συμβαίνει αυτό το παραλήρημα να προκαλείται οργανωμένα κατά τρόπο τελετουργικό, στο μέτρο στο οποίο η τρέλα μπορεί να ρυθμίζεται. Στο σημείο αυτό ακριβώς βρίσκεται και η ερμηνεία της εκστάσεως τους. Επρόκειτο καθαρά περί περιπτώσεων καταληψίας, πολύ γνωστών στην παγκόσμια θρησκευτική πρακτική οι οποίες προκαλούνταν με την τέλεση διαφόρων μυστικιστικών τελετουργικών. Η Μαινάδα καταλαμβάνεται από το πνεύμα και η διείσδυση του πνεύματος στον άνθρωπο θα μεταφραστεί με μια κρίση τρέλας που θα εκληφθεί ως μια εκδήλωση του πνεύματος του ίδιου και που θα επαναληφθεί όταν τα μέλη της αδελφότητας θα συγκεντρώνονται όταν για να τελέσουν τις τελετουργίες τους. Ο διχασμός και ακολούθως η υποκατάσταση της προσωπικότητας εμφανίζεται στο παραλήρημα της Μαινάδος. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι αρχαίοι τις σέβονταν ως εμφορούμενες από κάποιο μεταφυσικό πνεύμα. Οι Μαινάδες δρούσαν αλλόφρονες υπό την επήρεια του πνεύματος που τις είχε καταλάβει. Από το σημείο αυτό και μετά ήταν ικανές για κάθε πράξη όσο αποτρόπαια και να φαντάζει αυτή. Αυτό γινόταν χωρίς να υπάρχει ανάγκη κατανάλωσης μιας μεγάλης ποσότητας κάποιου μεθυστικού ηδύποτου. Ο Διόνυσος δεν ήταν πάντα ο θεός του οίνου, και τα μυστήρια υπήρχαν πιθανώς, πριν αυτός να γίνει ένας τέτοιος θεός. Το φυτό του Διονύσου ήταν στην αρχή ο κισσός και οι Θυιάδες έθεταν στα κεφάλια τους στεφάνια από κισσό. Μασούσαν φύλλα κισσού και έλεγαν ότι με τον τρόπο αυτό έμπαινε σε αυτές το βίαιο πνεύμα το οποία τους προκαλούσε τον ενθουσιασμό. Για να ερμηνευθεί αυτή η επίδραση του κισσού στη καταληψία πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι το πνεύμα του Διόνυσου βρισκόταν στη φύση ενσωματωμένο σε ένα ορισμένο είδος, στον κισσό εν προκειμένω, περί του οποίου πιστευόταν ότι περιείχε και τις ιδιότητες του θεού. Η απορρόφηση του πνεύματος από τον άνθρωπο θα πραγματοποιηθεί αν ο άνθρωπος φάει το ζωντανό φυτό ή το ζωντανό ζώο στο οποίο κατοικεί το πνεύμα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι μύστες του Διόνυσου μασούσαν κισσό και ξέσχιζαν με τα δόντια νεογέννητο ζαρκάδι, που εκπροσωπούσε τον Διόνυσο, ή τον ταύρο που εκπροσωπούσε τον Ζαγρέα.

Οι Βάκχες κρατούσαν στα χέρια τη μακριά ράβδο τους, τον θύρσο, στολισμένο στην κορυφή με κισσό. Κάποιες κρατούσαν στα χέρια φίδια. Για τους αρχαίους συγγραφείς η «θεϊκή» μανία τους πρόσθετε «θεϊκές» δυνάμεις. Ο Ευριπίδης λέει χαρακτηριστικά στις «Βάκχες» του: «Μία από αυτές έπαιρνε τον θύρσο και χτυπούσε το βράχο, από τον οποίον ανάβλυζε μια πηγή με καθαρό νερό. Μια άλλη έβαζε τη βέργα στη γη και ο θεός έκανε να φανερώνεται ένα ποτάμι κρασί. Εκείνες που ήταν διψασμένες για το λευκό ηδύποτο, δεν είχαν παρά να παρά να σκαλίσουν τη γη με την άκρη των δακτύλων τους και αμέσως το γάλα έρεε σε κύματα. Ενώ από τους θύρσους τους, στους οποίους ήταν τυλιγμένοι κισσοί, έσταζαν σταγόνες από γλυκό μέλι.» Όλα αυτά φάνταζαν αληθινά στα μάτια των κατειλημμένων γυναικών. Ο αγγελιαφόρος του Πενθέα τις είδε να ξεσχίζουν μανιασμένες το κοπάδι κάποιων βοσκών και να τρέπουν σε φυγή τους κατατρομαγμένους άνδρες, χωρίς να τους αφαιρέσουν τα όπλα με τα οποία οι βοσκοί ήθελαν να τις χτυπήσουν. (Ευριπίδης, Fr. 475, 12, «Ωμοφάγους δίαιτας», «τους τα ωμά κρέατα μερίζοντας και εσθίοντας»). Ο Ευριπίδης στις «Βάκχες» παρουσιάζει το Διόνυσο να εμφανίζεται στον Πενθέα ως μαινόμενος ταύρος και να τον οδηγεί μαγεμένο προς την καταστροφή του στο βουνό του Κιθαιρώνα. Στο τέλος, τη στιγμή του μεγαλύτερου κίνδυνου, οι Βάκχες καλούν το θεό τους να εμφανιστεί ως ταύρος και να πάρει εκδίκηση. («Βάκχες», 1017, «φάνηθει ταύρος ή πολύκροτος ιδείν δράκων ή πυριφλέγων οράσθαι λέων»). Σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Ευριπίδη, οι λάτρεις του Διόνυσου, αφού έπεφταν σε έκσταση, κομμάτιαζαν το ζώο και έτρωγαν τα κομμάτια του.

Στον Πλούταρχο (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, XIV 3) βρίσκουμε μια παρόμοια παράξενη διήγηση για τις Θυιάδες των Δελφών, τις οποίες το εξαγριωμένο παραλήρημα τους τις οδήγησε, χωρίς αυτές να το καταλάβουν, στην πόλη της Άμφισσας και όπου, συντετριμμένες από την κούραση και με το μυαλό ακόμα χαμένο, ξαπλώθηκαν φύρδην-μίγδην στην δημόσια πλατεία της πόλης, τα μεσάνυχτα.

Ο θρησκευόμενος Πλούταρχος, τρομαγμένος μπροστά σε μια τόσο βάρβαρη τελετουργία, διαμαρτύρεται και περιγράφοντας την, τη διακρίνει και εκείνος σε δύο πράξεις: «το διαμελισμό και την ωμοφαγία» τις οποίες και συνδέει μεταξύ τους. Λέει χαρακτηριστικά περιγράφοντας την τελετή: «Υπάρχουν ορισμένες τελετές και θυσιαστικές τελετουργίες καθώς και άτυχες και ζοφερές ημέρες, κατά τις οποίες λαμβάνουν χώρα ωμοφαγίες και διαμελισμοί και νηστείες και στηθοχτυπήματα και επίσης επαίσχυντοι λόγοι, αναφορικά με πράγματα ιερά και μανία και κραυγές που υψώνονται με ένα δυνατό ήχο και το λαιμό να κινείται πέρα-δώθε». Τα λόγια του Πλουτάρχου ερμηνεύονται ως σχολιασμός του υπό συζήτηση ορφικού-διονυσιακού τελετουργικού. Υπάρχει σε αυτό η νηστεία, το τρομερό ωμοφαγικό γεύμα και αναγνωρίζεται το πρωτόγονο στοιχείο, αλλά δεν επισημαίνεται όμως η σωτηρία χάρη του ενθουσιασμού και της μυστηριακής σημασίας του δρώμενου.

Ωμοφαγία και ανθρωποθυσία
Προχωρώντας ακόμα πιο πέρα από τον Πλούταρχο ο νεοπλατωνικός Πορφύριος αναφέρει ότι σύμφωνα με την παράδοση που διασώζει κάποιος άλλος συγγραφέας και την οποία γνωρίζει και ο ίδιος, στην Χίο «υπήρξε ο Διόνυσος, ο αποκαλούμενος «ωμάδιος» ή «ωμοφάγος» και απαιτούσε ως θυσία το διαμελισμό ενός ανθρώπου.» (Περί αποχής εμψύχων, ΙΙ, 56, «έθυον δε και εν Χίω τω ωμαδίω Διονύσω άνθρωπον διασπώντες και εν Τενέδω ως φησίν Εύελπις ο Καρύστιος.») Ίσως η πρωτόγονη μορφή αυτής της τελετής να συνδεόταν και με την ανθρωποθυσία. (Βλ. J. Frazer, The Golden Bough, όπου κάνει λόγο για αυτή την τελετή).

Βέβαια, εδώ αναφέρεται πλέον ξεκάθαρα ανθρωποθυσία και όχι θυσία ζώου. Υπό αυτές τις συνθήκες της εκστατικής μανίας και της παραληρηματικής κατάληψης των Μαινάδων δε μας εκπλήσσει η επισήμανση κάποιων ανθρωποθυσιών και του τελετουργικού κανιβαλισμού στη λατρεία του Διόνυσου. Οι σχετικές μαρτυρίες δεν πρέπει να παραμεριστούν, με μια κατηγορηματική άρνηση αν και δεν αφορούν με άμεσο τρόπο στα μυστήρια. Αναφερόμαστε σε κάποιούς μυθικούς θρύλους, όπως είναι αυτός των θυγατέρων του Μινύα από τον Ορχομενό. Τιμωρώντας τις ο Διόνυσος τις έκανε να χάσουν τα μυαλά τους και εκείνες στο παραλήρημά τους και επιθυμώντας ανθρώπινο κρέας, έριξαν κλήρο και τράβηξαν στην τύχη μεταξύ τους εκείνη που θα τους έδινε το παιδί που θα έτρωγαν. Έτσι συνέβη ο γιος της Λευκίππης, ο Ίππασος, να ξεσχιστεί και να καταβροχθισθεί σαν το νεογέννητο της δορκάδας των Βακχών. Από εδώ, από αυτόν τον μύθο και σε ανάμνηση του εγκλήματος που έκαναν άλλοτε οι μητέρες τους, προέρχεται και η συνήθεια ο ιερέας του Διονύσου, στη γιορτή του θεού, να ακολουθεί τις Βάκχες καταδιώκοντάς τις και ονομάζοντας τις Ολεϊένες. Ωστόσο, ο μύθος δεν είναι παρά μύθος. Στεκόμαστε όμως σε αυτόν γιατί αφ’ ενός μας ερμηνεύει το τελετουργικό της καταδιώξεως των Ολεϊενών από κάποιον ιερέα, αλλά και γιατί αυτός υπονοεί κάτι τρομερό: Ήταν πιθανόν σε πολύ παλιούς καιρούς, τα παιδιά να κατασπαράσσονταν στα αλήθεια σαν ερίφια από κάποιες γυναίκες παραδομένες στη «θεϊκή» μανία του Διόνυσου. Η παραφροσύνη τους καθιστούσε εύκολη κάθε ακρότητα.

Αλλά και ο μύθος του Πενθέως που ήδη αναφέραμε, και από τον οποίον ο Ευριπίδης εμπνεύσθηκε τις «Βάκχες», φαίνεται να ήταν συνδεδεμένος, στην πρωταρχική του μορφή, όχι μόνο με μια σφαγή, με κάποιον τελετουργικό φόνο, αλλά και με ένα τελετουργικό ανθρώπινης ωμοφαγίας, της οποίας το θύμα ήταν ο ιερέας του Διονύσου. Η καταδίωξη των Βακχών του Ορχομενού από κάποιον ιερέα δεν αποτελούσε απλά αναπαράσταση. Ο ιερέας είχε το δικαίωμα και αναμφισβήτητα αρχικά είχε και την υποχρέωση, να φονεύει εκείνη τη Μαινάδα η οποία έμενε τελευταία και μπορούσε να τη φτάσει. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι την εποχή του τούτη η ιεροπραξία τελείτο ακόμα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο υπερβολικός ζήλος έφερνε ατυχία στο δολοφόνο-ιερέα.

Το τελετουργικό αυτό είναι πολύ παλιό και θεμελιώνεται στο μύθο του Λυκούργου, όπως μας τον αφηγείται η Ιλιάδα. Σύμφωνα με αυτόν το μύθο ο γιος της Δρυάδος, ο ατρόμητος Λυκούργος, δεν έζησε πάρα πολύ, επειδή καταφρόνησε τους θεούς που έχουν την κατοικία τους στους Ουρανούς. Κάποια μέρα ακολούθησε στο ιερό βουνό Νύσα τις τροφούς του Διόνυσου που παραληρούσαν. Εκείνες, χτυπημένες απο το τσεκούρι του δολοφόνου Λυκούργου, πέταξαν τους θύρσους τους χάμω. Κατατρομαγμένος ο Διόνυσος ρίχτηκε στα κύματα της θάλασσας και η Θέτις δέχθηκε στους κόρφους της το θεό που έτρεμε, επειδή οι απειλές του Λυκούργου τον φόβισαν υπερβολικά. Τότε οι θεοί, που ζουν στην ηρεμία, εξοργίστηκαν με το θνητό και ο γιος του Κρόνου του πήρε την όραση. Ο ιερέας του Ορχομενού αναπαριστά με βάση τούτον το μύθο τον Λυκούργο καταδιώκοντας τις ιέρειες του Διόνυσου. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, το γεγονός ότι σε αυτή την περίπτωση ο θεός δεν τρώγεται από τις Βάκχες αλλά πέφτει στη θάλασσα. Όμως, ούτε τα τελετουργικά αυτά δεν είναι συνδεδεμένα άμεσα με τα μυστήρια και τις μυήσεις. Παραμένει όμως η διαπίστωση ότι, μέσω της μίας ή της άλλης από τις αναφερθείσες μορφές, με το φόνο ενός ιερέα ή το φόνο κάποιων Βακχίδων, η ανθρωποθυσία έπαιζε πιθανώς σημαντικό ρόλο στη λατρεία του Διόνυσου. Σε αυτές τις περιπτώσεις το θύμα προσωποποιούσε σε ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό το θεό.

Με όλα αυτά θα θέλαμε, λοιπόν, να επισημάνουμε ότι όσο αποτρόπαιο και αν φαίνεται κάποιο τελετουργικό ανθρωποθυσίας, όσο και να μην αποτελούσε συνήθεια στους αρχαίους Έλληνες, δεν τους ήταν ωστόσο κάτι εντελώς άγνωστο. Συχνά ο άνθρωπος από φόβο για το τρομερό καταφεύγει στο τρομερό. Από την ιστορία είναι γνωστό το παράδειγμα του Πέλοπα, που με τη θυσία ενός κριαριού ολοκληρωνόταν ταυτόχρονα και η ανθρωποθυσία. Επίσης, στις Πότνιες της Βοιωτίας πίστευαν ότι η θυσία αιγών στο Διόνυσο ήταν το υποκατάστατο μιας θυσίας αγοριών που τελείτο παλιότερα. Όσο και αν ήταν βάρβαρη και αδιανόητη για τις συνήθειες, τα ήθη και το πολιτισμικό επίπεδο των αρχαίων Ελλήνων η ιδέα της «ανθρωποθυσίας», ωστόσο σε οριακές στιγμές, τέτοιες όπως η ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο λαός απεγνωσμένος ζητούσε τη σωτηρία του με οποιοδήποτε τρόπο και τίμημα. Δε δίσταζε να υπακούσει τις πρωτόγονες ορμές του και να στραφεί έτσι στην ανθρωποθυσία, προκειμένου να εξευμενίσει τους «θεούς» και να εξαιτήσει από αυτούς την νίκη και κατ’ επέκταση τη σωτηρία του. Αν ο άμεσος κίνδυνος ξυπνήσει το πρωτόγονο συναίσθημα του ανθρώπου τότε θα πιστέψει εκ νέου στον Διόνυσο ωμηστή. Αυτό συνέβη και προ της ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Ο Θεμιστοκλής, αναγκαζόμενος να υπακούσει στα πρωτογενή βάρβαρα ένστικτα του αθηναϊκού λαού, που με την προτροπή κάποιων δημαγωγών μάντεων και την ανάγκη της στιγμής αναδύθηκαν από τα σκοτεινά βάθη της ανθρώπινης ψυχής και επιβλήθηκαν στην λογική σε πείσμα του υψηλού πολιτισμού που οι Αθηναίοι είχαν αναπτύξει, θυσίασε τρεις νεαρούς αιχμαλώτους Πέρσες, αριστοκρατικής καταγωγής, ως προσφορά στους «θεούς» για να του «χαρίσουν» τη νίκη. (Βλ. Πλουτάρχου, Βίοι Θεμιστοκλέους-Καμίλλου, ΧΙΙΙ. Πελοπ. 21, Αριστ., 9). Τέτοιου είδους ιστορίες, που προκύπτουν από ιδιάζουσες συνθήκες κινδύνου, γίνονται αποδεκτές ως αξιόπιστες. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η θυσία του Τρωίλου από τον Αχιλλέα στα τείχη της Τροίας, για να εξευμενίσει τον προστάτη των Τρώων θεό Απόλλωνα. Ο θάνατος του θεωρήθηκε προϋπόθεση της πτώσης της Τροίας. Αλλά και μετά την πτώση της Τροίας θυσιάζουν στον τάφο του Αχιλλέα την αδελφή του Τρωίλου, Πολυξένη, που είχε ξεφύγει του ήρωα όταν κυνηγούσε τον αδελφό της. (Βλ. σχετικά Πρόκλου Χρηστομάθεια, 108.7). Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε την πασίγνωστη θυσία της Ιφιγένειας, κόρης του Μυκηναίου βασιλιά Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, που έλαβε χώρα προ της Τρωικής εκστρατείας, με σκοπό να επιδιώξει την εύνοια των θεών υπέρ των εκστρατευόντων, την οποία αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα του και την οποία απέτρεψε την τελευταία στιγμή η θεά Άρτεμις, ανταλλάσσοντας την κόρη με μια ελαφίνα και μεταφέροντας τη στη βαρβαρική χερσόνησο της Ταυρικής, όπου ως ιέρειά της θυσίαζε τους εκεί ναυαγισμένους Έλληνες. Η θυσία της Ιφιγένειας τελικά προκάλεσε την εξολόθρευση της οικογενείας της. Βεβαίως υπάρχει και ψυχολογική ερμηνεία του γεγονότος η οποία ισχυρίζεται ότι οι Έλληνες του 6ου π. Χ. Αι. ίσως είχαν βαρεθεί κάπως τους ανθρωπόμορφους ολυμπίους θεούς τους, να είχαν κουραστεί από τις δικές τους αντανακλάσεις στον καθρέφτη της μυθολογίας, είτε αυτές οι εικόνες ήταν παραμορφωμένες, είτε φωτοστεφανωμένες. Για ρητό τους είχαν το «Γνώθι σ’αυτόν», αλλά στην πηγή της αυτογνωσίας ποτέ καμιά ανθρώπινη ψυχή δεν έσβησε τη δίψα της. Με το Διόνυσο, θεό των δένδρων και των φυτών όπως και της ανθρώπινης ζωής, επιτεύχθηκε «η επιστροφή στη φύση», το σπάσιμο των δεσμών, των περιορισμών και των αποκρυσταλλώσεων, η επιθυμία για τη ζωή των συναισθημάτων μάλλον παρά της λογικής, μια υποτροπή μπορούμε να πούμε στο ζωώδες πάθος. Πουθενά δε φαίνεται καλύτερα αυτή η «επιστροφή στην φύση» από ότι στις «Βάκχες» του Ευριπίδη. (Βλ. «Βάκχες» και G. Murray, Euripides, XVII). Έτσι οι Έλληνες συχνά ακολούθησαν τους Ορφικό-διονυσιακούς θιάσους και επιδόθηκαν στην τελετουργία της Ωμοφαγίας.

Διονυσιακή και ορφική ωμοφαγία
Είδαμε μέχρι τώρα σε γενικές γραμμές τον μύθο και τη «θεολογική» θεμελίωση του καθώς και η τέλεση της ωμοφαγικής πρακτικής. Δεν γνωρίζουμε επακριβώς αν στα Ορφικό-διονυσιακά μυστήρια ο μύθος υπήρχε παράλληλα με την ωμοφαγική πρακτική ή δημιουργήθηκε ακριβώς για να τη δικαιολογήσει, ή αν αντίθετα η ωμοφαγία προήλθε ακριβώς από το μύθο. Οι γνώμες διίστανται. Το σίγουρο είναι ότι στην ιστορία της Ορφικό-διονυσιακής λατρείας το ένα συμπληρώνει ή αιτιολογεί το άλλο. Δε θα ασχοληθούμε εδώ με αυτό το ζήτημα. Θέλουμε, όμως, μολονότι δεν περιγράφουμε ολόκληρη την ιστορία της λατρείας του Διόνυσου, να σημειώσουμε ότι πρέπει να γίνει μια διαφοροποίηση μεταξύ των μυστηρίων του Διόνυσου, τα οποία φυλάσσονταν για τους μύστες μόνο, και της δημόσιας λατρείας του. Είναι φυσικό οι προσωπικές σχέσεις των μυστών με το πνεύμα να παίρνουν τη μορφή μυστηρίου και να εκφράζονται με τελετουργικά που αφορούν την αδελφότητα και όχι τη δημόσια λατρεία. Πέρα από εκείνα τα δημόσια μεγάλα τελετουργικά του Διόνυσου, τα τελετουργικά μύησης και η Ωμοφαγία είναι μυστικά. Αλίμονο στον ασεβή που παρίσταται χωρίς να έχει το δικαίωμα, σπρωγμένος από την περιέργεια! Στις γιορτές μύησης που εξασφάλιζαν την περιοδική υποδοχή των μελών στην κοινότητα, γινόταν επίκληση του θεού για τους μύστες και τους υποψηφίους στη μύηση. Εκείνοι μεταξύ τους θα το δεχθούν, θα κυριαρχηθούν από αυτό, θα κυριαρχήσουν σε αυτό και θα το φάνε. Και καταλαβαίνουμε παρόμοια γιατί ο θεός ενσωματώνεται στους Βάκχους και στις Μαινάδες, στους ιερείς και στις ιέρειες. Τούτη η «θεοφάνια» και «θεοφαγία» όμως δεν είχε καμία σχέση με τις δημόσιες τελετουργίες και τον πολύ λαό, τους αμυήτους και πρέπει να επισημάνουμε αυτόν τον διαχωρισμό. Παρότι η δημόσια λατρεία του Διόνυσου φαίνεται πως ήταν οργιαστική και μυστηριώδης και ότι ασκείτο μέσα από έναν ενθουσιασμό θορυβώδη και παραληρηματικό ωστόσο όντας εισηγμένη στις ελληνικές πόλεις, έγινε κάπως μετρημένη και φρόνιμη. Μόνο στις μεταξύ τους νυχτερινές τελετουργίες οι αδελφότητες των Θυιάδων ή των Βακχών αφήνονταν βορρά όλων των εκρήξεων και ξεσπασμάτων μιας άγριας παραφροσύνης. Από εκεί προέρχονται και σκηνές, όπως αυτή που είδαμε πιο πάνω να περιγράφει ο Πλούταρχος.

Πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι τα μυστήρια του Ορφέα διακρίνονται από εκείνα του Διόνυσου, λόγω της ιδιαίτερης ανάπτυξης εκ μέρους των ορφικών θιάσων της διδασκαλίας και του τελετουργικού τους. Λέγεται ότι ο Ορφέας ηθικοποίησε και μετουσίωσε την οργιαστική λατρεία του Διόνυσου, καταργώντας την κρεοφαγία. Τούτο σημαίνει σε κάθε περίπτωση ότι τα ορφικά μυστήρια απέρριψαν παντελώς την τελετουργική Ωμοφαγία, την τόσο βασική στα μυστήρια του Διονύσου. Παρόλα αυτά η Ωμοφαγία συνεχίζει να συναντάται και στους ορφικούς θιάσους, έστω και ως εξαίρεση των τελετουργικών της ορφικής μύησης. Ας δούμε, λοιπόν, πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση. Είναι βεβαίως σίγουρο ότι η ορφική πειθαρχία απαγόρεψε κάθε χρήση κρέατος και ότι οι θιασώτες του Ορφισμού είναι φυτοφάγοι. (Ευριπίδου, Ιππόλυτος). Η απαγόρευση της κρεοφαγίας στους Ορφικούς ήταν αποτέλεσμα μιας συνετής θεωρίας, ένα συμπέρασμα θεμελιωμένο σε μια θεολογική πίστη. Το αίτιο αυτής της απαγόρευσης μπορεί να αναζητηθεί στη διδασκαλία της μετεμψύχωσης, την οποίαν αποδέχονταν οι ορφικοί λάτρες. Αν οι άνθρωποι μπορούν να επαναγεννηθούν στα σώματα κάποιων ζώων, οποιοσδήποτε σκοτώνει και τρώει ένα ζώο, κινδυνεύει να σκοτώσει και να φάει το ταίρι ή τους προγόνους του. Όσον αφορά ωστόσο την τελετουργία της Ωμοφαγίας που διατηρήθηκε στην ορφική μύηση, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι περί του θυσιασμένου ζώου, είτε αυτό ήταν ταύρος, νεογέννητο δορκάδος ή ερίφιο, πιστευόταν πως εξαιτίας του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα της σχέσης του με τη θεότητα, δεν μπορούσε να φιλοξενήσει έναν κοινό θνητό. Εφόσον μόνο οι εκλεκτοί του Διόνύσου παίρνουν μέρος στην «θεοφαγία» του Διονύσου-ταύρου μέσω του τελετουργικού της ωμοφαγίας και κατά συνέπεια στη σωτηρία δεν κινδυνεύουν να φάνε κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο που έχει μετενσαρκωθεί. Έτσι εκπληρώνεται στους Ορφικούς μέσω της ωμοφαγίας κατά τη μυησή τους η αναγκαιότητα μιας οικονομίας της σωτηρίας ακριβώς. Ο Διόνυσος-Ζαγρέας του οποίου τις σάρκες νόμιζαν πως έτρωγαν, όταν καταβρόχθιζαν τις σάρκες του ταύρου, πίστευαν ότι γέμιζε τις ψυχές τους και τους έδινε την θεϊκή αθανασία.

Στην πολιτισμένη Αθήνα η τελετή της ωμοφαγίας μπορεί να ήταν γνωστή, αλλά δεν πρέπει να τελείτο τακτικά, τουλάχιστον στους κύκλους των Διονυσιακών. Μπορεί σε μέρη όπως η Θράκη οι Βάκχες να διαμέλιζαν ένα τράγο ή στην Κρήτη να συνηθιζόταν η ωμοφαγία ταύρων, όμως για τα πολιτισμένα ήθη των Αθηναίων κάτι τέτοιο ήταν αρκετά αποτρόπαιο και αποδοκιμαστέο. Ο πολιτισμένος άνθρωπος απέχει, κατά κανόνα, από την ωμοφαγία. O μέσος άνθρωπος δεν επιτρέπει στον εαυτό του να συνειδητοποιήσει σκέψεις ή αισθήματα που δε συμβιβάζονται με τα πρότυπα του πολιτισμού του, για αυτό και τα καταστέλλει ή τα απωθεί. Σε ένα πολιτισμό που έχει περάσει από το στάδιο της οπισθοδρόμησης σε ένα πνευματικό-προοδευτικό προσανατολισμό, οι παράγοντες που αντιπροσωπεύουν το σκοτάδι μένουν στο ασυνείδητο. Όμως, ο άνθρωπος σε κάθε πολιτισμό έχει μέσα του όλες τις δυνητικές προδιαθέσεις: είναι ο αρχαϊκός άνθρωπος, το θηρευτικό ζώο, ο κανίβαλος, ο ειδωλολάτρης και επίσης το ον που είναι ικανό για λογική σκέψη, για αγάπη, για δικαιοσύνη. Η συνείδησή του, που αντιπροσωπεύει τον κοινωνικό άνθρωπο, μαζί τους περιστασιακούς περιορισμούς που θέτει η ιστορική πραγματικότητα στην οποία συμβαίνει να ζει το άτομο, τον ωθεί να απωθεί δυνητικές προδιαθέσεις που ελλοχεύουν στο ασυνείδητο αλλά δε γίνονται αποδεκτές από τα κοινωνικά δεδομένα.

Ο Αριστοφάνης, διακωμωδώντας την τελετή της ωμοφαγίας, φανερώνει ότι οι Αθηναίοι γνώριζαν μεν την τελετή, αλλά την αποδοκίμαζαν. Στην τολμηρή πρόρρηση των «Βατράχων», οι αμύητοι διατάζονται να αποσυρθούν και μεταξύ αυτών εκείνοι που «μήτε ποτέ μυήθηκαν από τον ταυροφάγο Κρατίνο να τελέσουν τα Βακχεία». Η λατρεία του Διόνυσου της «ωμής σάρκας» θα πρέπει να είχε περιέλθει σε αχρηστία στην Αθήνα του Περικλή. Εξάλλου ένας αλλόφρων θεός, ένας «ωμάδιος» ή «ωμιστής» Διόνυσος υπάρχει μόνο όταν υπάρχει ο κόσμος που εκφράζεται μέσω αυτού, ένας κόσμος σε μια κατάσταση μανίας, καταστροφικής ή δημιουργικής, την οποία εκείνος εκπροσωπεί. Αλλιώς περνά στην αφάνεια, μέχρι που ο κόσμος να τον ξανακαλέσει πάλι στο προσκήνιο.

Βιβλιογραφία
Ευριπίδης, Βάκχαι.
Πορφύριος, Περί αποχής εμψύχων.
Πλούταρχος, Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων.
W. F. Otto, Διόνυσος, μύθος και λατρεία,
Κ. Κερένυι, Η μυθολογία των Ελλήνων, εκδ. Εστίας, Αθήνα 1975
W. Burkert, Ελληνική μυθολογία και τελετουργία.
J. Frazer, The Golden Bough, Mc Millan co., New York 1947.
Farnell, Cults of the Greek States.
Harrison J.E., Ορφικά μυστήρια, Ιάμβλιχος, Αθήνα.
Harrison J.E., Ορφική Φιλοσοφία, Ιάμβλιχος, Αθήνα.
Harrison J.E., Διόνυσος, Ιάμβλιχος, Αθήνα.

© Κων/νος Τσοπάνης 2002

Διαβάστε εκτός σύνδεσης: