Εικαστικά και αρχιτεκτονικά θέματα του 19ου αιώνα

Κ. Καλογερόπουλος (MA) in Archaeology and Heritage:

Η Ελλάδα του 19ου αιώνα χαρακτηρίζεται πολιτικά και πολιτισμικά από την άφιξη του Όθωνα. Τούτο είχε ως συνέπεια να τεθούν οι δραστηριότητες του νεαρού ελληνικού κράτους υπό την καθοδήγηση του εξαιρετικά φιλότεχνου και φιλέλληνα βαυαρού μονάρχη Λουδοβίκου Α΄. Έτσι ξεκινούν οι σχέσεις της Ελλάδας με το Μόναχο την πρωτεύουσα του βαυαρικού κράτους, ένα μεγάλο ευρωπαϊκό κέντρο των γραμμάτων και των τεχνών, και την Βασιλική Ακαδημία των Εικαστικών Τεχνών του Μονάχου. Ο Λουδοβίκος Α’ εντυπωσιάζεται από τις ελληνικές αρχαιότητες, από το ελληνικό τοπίο, από το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του υποστηρίζει τους Έλληνες και τους αγώνες τους, προωθεί τον φιλελληνισμό, στέλνει Βαυαρούς ζωγράφους να απεικονίσουν τα τοπία και τις ιστορικές σκηνές της Ελλάδας και υιοθετεί τους αρχαίους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς για βαυαρικά κτίσματα.

Ο 19ος αιώνας είναι η εποχή του ρομαντισμού, της ιστοριογραφίας και του ιστορικισμού, του ρεαλισμού και του νατουραλισμού, της τοπιογραφίας, αλλά και του ρομαντικού κλασικισμού. Βαυαροί ζωγράφοι, όπως ο Καρλ Ρότμαν, ο Πέτερ φον Χες, ο Φέρντιναντ Στάντεμαν, Λούντβιχ Λάνγκε, ο Καρλ Ραλ, ενθαρρυμένοι από τον Λουδοβίκο, ταξιδεύουν στην Ελλάδα και εμπνέονται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, το κλασικό παρελθόν και τα τοπία της, τα οποία απεικονίζουν σύμφωνα με τις ρομαντικές τάσεις της εποχής. Το Μόναχο προσελκύει ακόμα και μετά τον εκθρονισμό του Όθωνα έλληνες καλλιτέχνες και σπουδαστές, χάρη στη μεγάλη καλλιτεχνική του δραστηριότητα. Εκεί οι Έλληνες ακολουθούσαν πιστά τις καλλιτεχνικές υποδείξεις της Σχολής του Μονάχου, έχοντας ως τελικό στόχο τον ακαδημαϊκό τίτλο, που γίνεται εφόδιο για μια σταδιοδρομία στην Αθήνα, (Ε. Βακαλό, 1983:26-27).

Οι σημαντικότεροι Έλληνες ζωγράφοι του 19ου αιώνα, όπως ο Θεόδωρος Βρυ­ζάκης, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Νικόλαος Γύζης ή ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, σπουδάζουν στη βαυαρική πρωτεύουσα κοντά σε μεγάλους δασκάλους της Ακαδημίας, όπως ο Τέοντορ φον Πιλότι και συνδέονται με τη «Σχολή του Μονάχου», ενώ ενίοτε έρχονται να διδάξουν στο νέο Σχολείο Τεχνών που εγκαινιάζει ο Όθων το 1836, (Ν. Δασκαλοθανάσης et al, 2000:31). Όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα συνδέουν στενά το Μόναχο και την Αθήνα και εξηγούν τις καλλιτεχνικές και πολιτιστικές επιρροές και αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους δύο κόσμους, που άγγιξαν όχι μόνο τις εικαστικές τέχνες και την αρχιτεκτονική, αλλά επίσης τη μουσική και τη λογοτεχνία.

Εικαστικά θέματα
Σε ό,τι αφορά στα εικαστικά θέματα επιλέχθηκαν δύο έργα. Το ένα είναι η Πολεμική Σκηνή του Βρυζάκη 1853 ως καθαρός εκπρόσωπος της Σχολής του Μονάχου (Ε. Βακαλό, 1996:14) και το άλλο είναι το Ιδού ο Νυμφίος έρχεται του Ν. Γύζη, έργο που φιλοτεχνήθηκε στην εκπνοή του 19ου αι. το 1895 και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πρόδρομο της ελληνικής νεωτερικότητας

Το έργο Πολεμική Σκηνή είναι λάδι σε μουσαμά, με διαστάσεις 30 x 34 εκ. και , βρίσκεται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη (αρ. 736). Στις 6 Δεκεμβρίου 1878 πέθανε στο Μόναχο της Βαυαρίας, ο ζωγράφος Θεόδωρος Π. Βρυζάκης, τελειώνοντας έτσι μια ζωή που άρχισε στην Ελλάδα στα χρόνια του Αγώνα για την Ανεξαρτησία και αναλώθηκε σχεδόν ολόκληρη -εκτός από μερικά ταξίδια- στη βαυαρική πρωτεύουσα. Στο Μόναχο, παρ’ όλη τη μακρόχρονη διαμονή του, τη γερμανική του παιδεία και τους στενούς του δεσμούς με τη νεοκλασική παράδοση της βαυαρικής σχολής, ο Βρυζάκης διατήρησε την εθνική του ταυτότητα σε όλη του τη ζωή εξακολουθώντας να υπογράφει ελληνικά τους πίνακές του και να ζωγραφίζει αποκλειστικά και μόνο θέματα από την ελληνική επανάσταση[1].

Το έργο του Πολεμική σκηνή είναι ενδεικτικό της τεχνοτροπίας του, επηρεασμένης σαφώς από τον νεοκλασικισμό και τον ρομαντισμό. Το αποστασιοποιημένο συναισθηματικό ύφος ανακαλύπτει κανείς και στο Στρατόπεδο του Καραϊσκάκη, (Ν. Δασκαλοθανάσης et al, 2000:36), αλλά η χρωματική του κλίμακα είναι σαφώς βαρύτερη, αποδίδοντας τη σκιά του πολέμου με το βαρύ ουρανό και το σκοτεινό λόφο στο βάθος. Το φως εντοπίζεται πάνω στους πολεμιστές με το λάβαρο, προβάλλοντας τις μορφές από το σκοτεινό φόντο, ενώ ταυτόχρονα δίνει μια δυναμική στη σύνθεση. Στο έργο, όπως και στα περισσότερα ανάλογης θεματολογίας, είναι παρόν το σύμβολο της ελληνικής σημαίας, ενώ σε μια ενιαία τονικότητα προβάλλονται τα κόκκινα και τα καφέ ζεστά χρώματα, όπως και οι λευκές φουστανέλες των αγωνιστών.

Το έργο Ιδού ο Νυμφίος έρχεται του Γύζη είναι λάδι σε μουσαμά, με διαστάσεις 200 x 200 εκ. και βρίσκεται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη (αρ. 641). Στην πραγματικότητα είναι η τελική μορφή μιας σειράς έργων και προσχεδίων που ο Ν. Γύζης[2] δεν αποχωρίστηκε ποτέ. Το μυστήριο που τον απασχολεί μοιάζει να βρίσκει εικαστικές προτάσεις σε αυτά τα έργα, τα έργα ενός «Άγνωστου Γύζη», ενώ για τον Κωνσταντίνο Παρθένη η ποίηση των έργων αυτών είναι η καθαυτό δημιουργική περίοδος του ζωγράφου «που τον αναγκάζει πάντοτε να τα αναζητά νέους δρόμους»[3].

Η τολμηρή χρωματική σύνθεση με κεντρικό θέμα το ερχομό του Νυμφίου και την υποδοχή του από ένα χορό αγγέλων με τον αρχάγγελο Μιχαήλ στην κορυφή, σε ένα άχρονο τοπίο, εντάσσει το έργο στο κίνημα του Συμβολισμού[4], που ανθεί στην Ευρώπη προς τα τέλη του 19ου αι. Η χρωματική κλίμακα που χρησιμοποιείται, δίνει μια πνευματοποιημένη, μεταφυσική πιθανώς διάσταση, η οποία θα επηρεάσει αργότερα τον Παρθένη στη δημιουργία του Ευαγγελισμού. Είναι ένα ουράνιο, φωτεινό όραμα, που ενισχύεται από τις χρυσές ακτίνες οι οποίες διατρέχουν το έργο ξεκινώντας από τον Χριστό και τους ομόκεντρους κύκλους που περιβάλλουν την ιερή μορφή, (Ν. Μισιρλή, 1994:120).

Αρχιτεκτονικά θέματα
Το Πανεπιστήμιο Αθηνών[5] αποτελείται από σύνολο οικοδομημάτων που σχηματίζουν διπλό Τ, με δύο συμμετρικές αυλές. Είναι το παλαιότερο κτήριο της αποκαλούμενης Tριλογίας και το έχει σχεδιάσει ο μεγαλύτερος αδελφός του Θεόφιλου Xάνσεν, ο Κρίστιαν. Για την αποπεράτωση αυτού του ιωνικού ρυθμού κτηρίου, απαιτήθηκαν 10 χρόνια, από το 1839 έως το 1849. Kατά μήκος της πρόσοψης υπάρχει στοά με ορθογώνιους πεσούς, που τονίζεται στο μέσο με την προβολή ιωνικού πρόπυλου.

H ζωφόρος έχει σχεδιαστεί από το ζωγράφο Carl Rahl, κι έχει εκτελεστεί από τον Lebiedzky. Mπροστά από τα Προπύλαια βρίσκονται οι αδριάντες του Kαποδίστρια (αριστερά), έργο του Mπανάνου και του Kοραή (δεξιά), έργο του Bρούτου. O ανδριάντας του Γλάδστωνος είναι έργο του Bιτάλη. Επιβλέποντες στην κατασκευή του έργου ήταν διαδοχικά οι Χ. Χάνσεν, Α. Θεοφιλάς και Λ. Καυταντζόγλου. Τις δαπάνες κατασκευής ανέλαβε ο Όθων, ο ηγεμόνας της Σερβίας και έλληνες ομογενείς

Οι βάσεις των κιόνων και τα κιονόκρανα του πρόπυλου είναι πιστά αντίγραφα των αντίστοιχων στοιχείων των Προπυλαίων της Ακρόπολης[6]. Το κτήριο είναι σχεδιασμένο σύμφωνα με τους βασικούς αισθητικούς κανόνες του πρώιμου Νεοκλασικισμού, αλλά την ίδια στιγμή είναι προσαρμοσμένο στο ελληνικό μεσογειακό κλίμα. Τα εξωτερικά αγάλματα συμπληρώνουν τη σύνθεση της πρόσοψης, η οποία διαχωρίζεται ξεκάθαρα σε «βάση», «κορμό» και «στέψη». Επιβλέποντες του έργου ήταν διαδοχικά οι Χ. Χάνσεν, Α. Θεοφιλάς και Λ. Καυταντζόγλου.

Σήμερα λειτουργεί ως κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στεγάζει τα γραφεία της Πρυτανείας, το Δικαστικό τμήμα, το Αρχείο και την Αίθουσα Τελετών για εκδηλώσεις που αφορούν στην πανεπιστημιακή κοινότητα.

Η Εθνική Βιβλιοθήκη[7] με τη σειρά της αποτελείται από τρία συμπαγή τμήματα, από τα οποία στο μεσαίο, που είναι και το μεγαλύτερο, λειτουργεί το αναγνωστήριο. Eίναι δωρικού ρυθμού με εξαίρεση το μεγάλο εξωτερικό κλιμακοστάσιο που έχει αναγεννησιακές επιρροές. H κύρια όψη υποδιαιρείται σε τρία τμήματα: το κεντρικό στεγάζει το αναγνωστήριο, ενώ τα δύο πλάγια τα βιβλιοστάσια.

Όπως και στην Aκαδημία, η βάση του κτηρίου είναι κατασκευασμένη από πειραϊκό λίθο, ενώ ο όροφος από πεντελικό μάρμαρο. Xρήση ξύλου έχει γίνει μόνο στις θύρες και τα παράθυρα, έτσι ώστε το κτήριο να είναι άφλεκτο. H Eθνική Bιβλιοθήκη είναι δωρεά των αδελφών Bαλλιάνου. Tο 1887 ο Παναγής Bαλλιάνος πρόσφερε 2.500.000 δρχ. για την οικοδόμηση του κτηρίου. Επακολούθησε δεύτερη δωρεά των τριών αδελφών και το 1884 ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης πήρε την τελική πρωτοβουλία κατασκευής, που ολοκληρώθηκε με χορηγία από το Δημόσιο Ταμείο

Η είσοδος στον χώρο γίνεται από ένα πρόστυλο δωρικού ρυθμού, το πρότυπο του οποίου είναι ο ναός του Ηφαίστου στην Αρχαία Αγορά (Θησείο). Στο πρόστυλο οδηγεί καμπύλη διπλή σκάλα σε αναγεννησιακό ύφος. Το αναγνωστήριο, με περιμετρικούς κίονες ιωνικού ρυθμού, στεγάζεται με γυάλινη οροφή. Οι χυτοσιδηρές κατασκευές των βιβλιοστασίων ήταν ένα τεχνικό άλμα για τα δεδομένα της εποχής. Ως αρχιτεκτονική σύνθεση το κτήριο γενικά θεωρείται δείγμα του ώριμου νέο­κλασικισμού, καθώς είναι ενδεικτικό της βαθμιαίας μετατροπής των αντιλήψεων στην αρχιτεκτονική στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, όταν νεωτερικά στοιχεία χρησιμοποιούνται ελεύθερα στις νεοκλασικές συνθέσεις, (Δ. Φιλιππίδης, 2001:62). Σήμερα στεγάζει τη Δημόσια Βιβλιοθήκη, την πληρέστερη ίσως βιβλιοθήκη στην Ελλάδα. Για την κατασκευή του απαιτήθηκαν περίπου πέντε χρόνια (1887-1902). Αποτελεί μελέτη του Θεόφιλου Χάνσεν, ενώ επιβλέπων ήταν ο Ερνέστος Τσίλερ, ο οποίος μελέτησε τη σκάλα εισόδου και τα κύρια βιβλιοστάσια.

Επίλογος
Τόσο τα εικαστικά, όσο και τα αρχιτεκτονικά θέματα της περιόδου του 19ου αι. υποδεικνύουν την επίδραση δυτικότροπων νεοκλασικών ρευμάτων στην ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή. Επιδράσεις, οι οποίες αναπόφευκτα συγχωνεύθηκαν με την ελληνική πραγματικότητα. Κατά τη γνώμη μας η νεοκλασική άποψη σχετίζεται ιδιαίτερα με τον ρομαντικό, εξατομικευμένο τρόπο που έβλεπαν οι δυτικοί καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες την αρχαιότητα και όχι με τον τρόπο που έβλεπαν οι Έλληνες τον εαυτό τους και το παρελθόν τους. Τούτο είχε ως φυσική συνέπεια την καλλιέργεια, από μέρους των ελλήνων καλλιτεχνών ιδιαίτερων στοιχείων, ακόμα και στα βαθύτερα στρώματα του ακαδημαϊσμού, τα οποία λειτούργησαν ως σπόροι για την καλλιέργεια της ελληνικότητας αφενός και της νεωτερικότητας αφετέρου.

Βιβλιογραφία
Ν. Δασκαλοθανάσης-Α. Κωτίδης, Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκό­πηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, Τόμος Γ΄, Ε.Α.Π. Πάτρα 2000.
Ε. Βακαλό, Η Φυσιογνωμία της Μεταπολεμικής Τέχνης στην Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα 1983.
Ε. Βακαλό, Κριτική Εικαστικών Τεχνών, Κέδρος, Αθήνα 1996.
Δ. Φιλιππίδης, Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, Τόμος Δ΄, Ε.Α.Π. Πάτρα 2000.
Ν. Μισιρλή, Ελληνική Ζωγραφική, 18ος-19ος αι., Αδάμ, Αθήνα 1994.

Τύπος
Μ. Ζ. Κασιμάτη, επιμελήτριας της Εθνικής Πινακοθήκης, «Η «ελληνικότητα» του Νικόλα Γύζη» στο Μεσόγειος, 21.12.2001.

Παραπομπές-Σημειώσεις
[1] Π. Κ.Σπετσιέρη-Beschi «Εκατό χρόνια από το θάνατο του Θ.Π. Βρυζάκη», στο http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/spetsieri_vryzakis.html
[2] Ο μεγαλύτερος ίσως έλληνας ζωγράφος των νεώτερων χρόνων και καθοριστική φυσιογνωμία στην εξέλιξη της νεοελληνικής ζωγραφικής, την οποία και επηρέασε με τους προβληματισμούς, το έργο και τη διδασκαλία του. Άρχισε τις σπουδές του στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθηνών και τις ολοκλήρωσε στο Μόναχο, όπου πήγε με υποτροφία. Το 1882 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1883 έγινε μόνιμος καθηγητής, συγκεντρώνοντας γύρω του όλους τους έλληνες καλλιτέχνες που συνέχιζαν εκεί τις σπουδές τους. Η ζωγραφική του ασχολείται με θέματα ηθογραφικά από τα ήθη και έθιμα του ελληνικού πολιτισμού. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, η νοσταλγία της πατρίδας και τα θρησκευτικά του οράματα, τον οδήγησαν στον συμβολισμό, στην αλληγορία και εντέλει σε μια ζωγραφική πρόδρομο των σύγχρονων ευρωπαϊκών αναζητήσεων εκείνης της εποχής.
[3] Μ. Ζ. Κασιμάτη, επιμελήτριας της Εθνικής Πινακοθήκης, «Η «ελληνικότητα» του Νικόλα Γύζη» στο Μεσόγειος, 21.12.2001
[4] Κίνημα της τέχνης, του τέλους του 19ου αι. που απέρριψε τον καθαρό οπτικό ρεαλισμό των ιμπρεσιονιστών και τον ορθολογισμό της βιομηχανικής εποχής.
[5] Βλ. επίσης www.culture.gr.
[6] «Για ένα μεγάλο διάστημα οι νεότεροι αρχιτέκτονες συνηθίζουν να αντιγράφουν αυτούσιες μορφές, για παράδειγμα την Ακρόπολη…», (Δ. Φιλιππίδης, 2001:61)
[7] Επίσης, www.culture.gr.

© 2003 Κ. Καλογερόπουλος

Διαβάστε εκτός σύνδεσης: