Οικογένεια και πόλις

Ζ. Κατάκη, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο:

Αντικείμενο της συγκεκριμένης μελέτης αποτελεί η άποψη του κλασικού φιλολόγου J. Redfield σχετική με την οικογένεια[1]. Είναι γεγονός ότι στην αρχαία ελληνική κοινωνία, ο θεσμός της οικογένειας αποτελούσε τον προμαχώνα προστασίας προσώπων και περιουσιών. Η πολιτική και βιολογική συνέχεια του οίκου σηματοδοτείτο μέσα από κοινωνικές πρακτικές (γάμος, κληρονομιά, ανατροφή παιδιών, θρησκευτικές τελετουργίες) και προϋπέθετε συγκεκριμένους ρόλους τόσο για τους άντρες, όσο και για τις γυναίκες. Αναπτύσσοντας τη μέριμνα της οικογένειας στην πόλη-κράτος της Αθήνας και της Σπάρτης τόσο για τη μεταβίβαση των αγαθών όσο και στη διαμόρφωση των κοινωνικών ρόλων των δυο φύλων, θα προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε κατά πόσο οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν την οικογένεια σαν ένα οργανικό στοιχείο της πόλης- κράτους.

Η μέριμνα της οικογένειας στη μεταβίβαση των αγαθών
Αθήνα
Στην πόλη–κράτος της Αθήνας ο γάμος αποτελούσε μέσο διασφάλισης κοινωνικής ισορροπίας και αναπαραγωγής του πολιτικού σώματος. Επιπλέον, η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τον ένα οίκο στον άλλο νομιμοποιείτο μέσα από τα κληρονομικά δικαιώματα που προέκυπταν από το γάμο. Έτσι, εθιμικές γαμήλιες πρακτικές κωδικοποιούνταν και απέκτησαν νομική εγκυρότητα ήδη από τα μέσα του 5ου αι. ΠΚΕ. Για τη σύναψη του αθηναϊκού γάμου απαιτούνταν βασικές διαδικασίες όπως η εγγύη, η έκδοση και η συνοίκηση. Καταρχήν έπρεπε να δοθεί από τον πατέρα ή τον κηδεμόνα της νύφης στον υποψήφιο γαμπρό η εγγύη[2]. Η συμφωνία αυτή γινόταν συνήθως αρκετά χρόνια πριν το γάμο (έκδοση) όπως στην περίπτωση της αδελφής του Δημοσθένη[3]. Σε πολλές περιπτώσεις μαζί με την εγγύη καταβαλλόταν και η προίκα αλλιώς δινόταν κατά τη διαδικασία της έκδοσης δηλαδή κατά την επίσημη παράδοση της νύφης από τον πατέρα ή από τον κηδεμόνα στον σύζυγό της. Όταν ο γάμος είχε αίσια έκβαση και δεν υπήρχαν αγόρια από αυτόν, ο γαμπρός έπρεπε να επιστρέψει την προίκα σε εκείνον που την είχε καταβάλλει. Αν πάλι αδυνατούσε να την επιστρέψει, τότε ο προικοδότης κατακρατούσε την ακίνητη περιουσία, που είχε υποθηκεύσει ο γαμπρός ως εγγύηση[4]. Τέλος, η προίκα δεν προερχόταν από την έγγειο περιουσία του πατέρα[5], η οποία μεταβιβαζόταν αποκλειστικά στον γιο του ή στον κοντινότερο άνδρα συγγενή του.

Ο γάμος ολοκληρωνόταν με την συνοίκηση. Η μεταφορά της νύφης στο σπίτι του γαμπρού που θα αποτελούσε τη νέα της κατοικία γινόταν με τελετουργικό τρόπο[6]. Ωστόσο, η νύφη γινόταν αδιαμφισβήτητο μέλος του νέου της οίκου μόνο όταν γεννούσε αγόρι, στο οποίο θα μεταβιβαζόταν η περιουσία του. Μέχρι τότε, ο πατέρας διατηρούσε το δικαίωμα να τη ξαναπαντρέψει έως ότου αποκτήσει αρσενικά παιδιά. Σε περίπτωση που σε κάποια νέα περιερχόταν η πατρική περιουσία (επίκληρος) την διεκδικούσε σε γάμο ο στενότερος συγγενής από την πλευρά του πατέρα (αγχιστεύς), ο οποίος καρπωνόταν την περιουσία. Όταν πάλι η επίκληρος ήταν ήδη παντρεμένη αλλά δεν είχε αποκτήσει αγόρια, θα έπρεπε είτε να απαρνηθεί την κληρονομιά, είτε να χωρίσει τον άντρα της για να παντρευτεί άλλον, με τον οποίο θα αποκτούσε αρσενικά παιδιά[7]. Οι φτωχές επίκληροι για να μπορέσουν να παντρευτούν προικοδοτούνταν από τα πλουσιότερα μέλη του οίκου. Αυτό ήταν ένα από τα ελάχιστα μέτρα προστασίας των γυναικών από την πλευρά του αθηναϊκού κράτους[8].

Μέσα από το θεσμό της επικλήρου αποκαλύπτεται η ενδογαμική τάση της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας. Ο Αθηναίος για να διατηρήσει ανέπαφη την περιουσία του οίκου και να ενδυναμώσει τους οικογενειακούς δεσμούς, προτιμούσε να παντρέψει την κόρη του με τον ανιψιό του ή τον αδελφό του, παρά με κάποιον ξένο[9].Επιτρεπόταν ακόμη και ο γάμος μεταξύ αδελφών από τον ίδιο πατέρα. Στην περίπτωση του πατέρα του Δημοσθένη βλέπουμε την επιθυμία του να παντρέψει την κόρη του με στενούς του συγγενείς, οι οποίοι επιπλέον θα φρόντιζαν τον Δημοσθένη καλύτερα λόγω της νέας συγγένειας[10].

Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι η γυναίκα στο γάμο ήταν αφενός μέσο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων από τον ένα οίκο στον άλλο, αφετέρου ως μέσο δημιουργίας κληρονόμων διασφάλιζε την ύπαρξη του οίκου στο διηνεκές. Όσον αφορούσε στην προίκα της, δεν είχε καμία δικαιοπρακτική δυνατότητα και αυτό γιατί η νομική της θέση στην αθηναϊκή πολιτεία είχε άμεση εξάρτηση από την πολιτική ιδιότητα του κυρίου της. Από κτήμα του πατέρα της γινόταν κτήμα του άντρα της και όταν γερνούσε κηδεμονευόταν από τους γιους της. Αντίθετα ο άντρας μπορούσε να χωρίσει την γυναίκα του εύκολα και αν αυτή τον απατούσε, δικαιούταν να σκοτώσει και τον εραστή της.

Στον αθηναϊκό γάμο αναδεικνύονται επίσης, οι κυρίαρχοι ρόλοι των πατέρων του γαμπρού και της νύφης[11]. Αυτοί επέλεγαν το ζευγάρι έχοντας κατά νου την διασφάλιση της ομαλής διαδοχής στην πατρική περιουσία και την διατήρηση των οικογενειακών λατρευτικών εθίμων. Στα πλαίσια του οίκου εκτός από την νομή της περιουσίας εκτελούσαν και ιερατικά καθήκοντα. Με τις θυσίες που τελούσαν παρουσία των εγγονών τους, εξαιρουμένων των δούλων και των ξένων, προέβαλαν τη μοναδικότητα και την αυταξία του οίκου στα πλαίσια της πολιτικής κοινότητας. Οι ιδιαίτερες αυτές λατρευτικές εκδηλώσεις μεταβιβάζονταν ενσυνείδητα και εθιμικά από γενιά σε γενιά μέσα από μια διαδικασία τελετουργικής κατήχησης[12].

Σπάρτη
Στην πόλη–κράτος της Σπάρτης δεν υπήρχε ο θεσμός της προίκας και προαπαιτείτο η ύπαρξη απογόνων, που συνήθως προέκυπταν μέσα από τον γάμο, για τη μεταβίβαση των αγαθών και των κοινωνικών ρόλων στα δυο φύλα. Ωστόσο η ολιγαρχική διάσταση της σπαρτιατικής κοινωνίας, με τους ξεκάθαρους κληρονομικούς κανονισμούς[13], αφαιρούσε την οικονομική διάσταση του γάμου όπως υπήρχε στην Αθήνα. Από τη μια οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις, από την άλλη η μη ύπαρξη οικονομικών λόγων από τον γάμο, οδήγησαν το σπαρτιατικό κράτος να υποχρεώσει τους άγαμους άνδρες να παντρευτούν, έχοντας ως ζητούμενο την τεκνογονία. Εντύπωση προκαλεί η λιτότητα της πρώτης νύχτας του σπαρτιατικού γάμου σε σχέση με τον αθηναϊκό. Επίσης, η μεταμφίεση της νύφης σε άνδρα αποκαλύπτει την δυσκολία αποδοχής από το γαμπρό, του νέου ετεροφυλικού ρόλου, που έπρεπε να συγκεράσει με το ομοφυλοφιλικό του παρελθόν.

Ιδανική ηλικία γάμου για τον άντρα ήταν αυτή των εικοσιπέντε ετών[14], αν και μέχρι τα τριάντα του έμενε σε στρατόπεδα αδυνατώντας ο ίδιος να συντηρήσει την οικογένειά του. Οι γυναίκες παντρεύονταν περίπου είκοσι ετών, μια και μέχρι τότε συμμετείχαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της πόλης. Ο σκοπός της γυναικείας εκπαίδευσης αποσκοπούσε στην ευγονία μια και κυριαρχούσε η άποψη ότι οι γυναίκες που αθλούνται γεννούν υγιέστερα παιδιά. Για τον ίδιο λόγο τα νεογέννητα δεν φασκιώνονταν και πλένονταν με κρασί (στην Αθήνα συνέβαινε το αντίθετο) ώστε αν έπασχαν από κάποιο νόσημα αυτό να εκδηλωνόταν και να πέθαιναν επί τόπου. Τέλος, τα δύσμορφα ή καχεκτικά παιδιά εγκαταλείπονταν από τον πατέρα στους αποθέτες, δείγμα ότι τους πολιτικούς, κοινωνικούς ρόλους τους διεκδικούσαν οι αρτιγενείς. Αντίθετα από ό,τι συνέβαινε σε άλλες πόλεις, στην Σπάρτη η εγκατάλειψη υγιών παιδιών δε συνηθιζόταν και αυτό γιατί η σπαρτιατική κοινωνία διέθετε θεσμοθετημένες τάξεις, οι οποίες δέχονταν το εκτιθέμενο παιδί [15]. Επιπλέον, η παρουσίαση του παιδιού από τον πατέρα στους φυλέτες σηματοδοτούσε την αναγνώρισή του[16].

Σημείο διαφοράς της Σπάρτης από άλλες πόλεις–κράτη ήταν ότι οι ορφανές κοπέλες (πατρούχοι) κληρονομούσαν οι ίδιες τον πατρικό κλήρο[17]. Επίσης, η αναγνώριση του παιδιού από τον πατέρα δε σήμαινε και τη διασφάλιση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Η επιτυχής συμμετοχή του στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της πόλης θα του έδινε το δικαίωμα του πολίτη (όμοιος). Η εκπαίδευση των νέων ξεκινούσε από την ηλικία των επτά ετών μέχρι τα δεκαοκτώ τους με τις οικογένειές τους να συμπαραστέκονται στην όλη τους προσπάθεια. Η επιτυχία στην αγωγή προσέδιδε κύρος και ισχυροποιούσε πολιτικά την οικογένεια[18].

Στην δομή της σπαρτιατικής κοινωνίας η περιουσία ήταν σημαντική. Ο όμοιος με τον κλήρο του, αφενός κάλυπτε τις βιοποριστικές του ανάγκες και εξασφάλιζε τη συμμετοχή του στα συσσίτια, αφετέρου είχε τον χρόνο να ασχοληθεί με την πολεμική του ετοιμότητα και την πολιτική. Τα συσσίτια, όπως τα συμπόσια, ήταν χώροι σχολιασμού ιδεών – σκέψεων, που κατέληγαν πολλές φορές ως προτάσεις στα πολιτειακά όργανα του κράτους.Ενώ καταρχάς, τα συσσίτια, προέβαλαν αξίες όπως την ισότητα, την αλληλεγγύη και την εγκράτεια που αντιτίθετο στα φαινόμενα πλουτισμού, τα οποία ήδη διέβρωναν την πολιτική κοινότητα από τον 5ο αι. ΠΚΕ, τελικά ενέδωσαν σε αυτά.

Στα πλαίσια του σπαρτιατικού οίκου υπήρχαν παιδιά με διαφορετικούς γονείς. Σύνηθες ήταν αυτός που δεν είχε παιδιά να μπορεί να επιλέξει νέο, ρωμαλέο για να τεκνοποιήσει με την γυναίκα του. Επίσης, μπορούσε κάποιος να δανειστεί την σύζυγο άλλου, προκειμένου να αποκτήσει παιδιά. Τέλος, αδέλφια παντρεύονταν μεταξύ τους (ομομήτριοι) ή είχαν παιδιά με την ίδια γυναίκα. Η πρακτική απόκτησης παιδιών από άνδρες, γυναίκες εκτός γάμου δηλώνει την δημιουργία νόθων, τα οποία αφενός ενίσχυαν τον οίκο, αφετέρου δεν είχαν πρόσβαση στον κλήρο γιατί εξέπιπταν σε κατώτερες κοινωνικές τάξεις[19]

Η μέριμνα της οικογένειας στη διαμόρφωση των κοινωνικών ρόλων των δύο φύλων
Αναλύοντας τον γάμο, διαπιστώνουμε ότι οι νέοι της Αθήνας παντρεύονταν από θρησκευτική και κοινωνική σύμβαση[20] και η γυναίκα ήταν η μητέρα των παιδιών, νοικοκυρά του σπιτιού. Ο Αθηναίος με τον γάμο και τις τελετές αναγνώρισης των παιδιών νομιμοποιούταν στην πολιτική κοινότητα ως αρχηγός και δημιουργός του οίκου του. Επίσης, με την πιστή τήρηση των γαμήλιων εθίμων προσέδιδε κύρος στον γάμο του, τιμούσε την σύζυγό του και επιπλέον καθόριζε τον ρόλο της στα πλαίσια της οικογένειας[21]. Η ιδιότητα του άνδρα ως πατέρα και συζύγου ήταν απαραίτητη προϋπόθεση της κοινωνικής του ανέλιξης αλλά και προσωπικής του ολοκλήρωσης.

Τα κύρια καθήκοντα της Αθηναίας ως συζύγου ή μητέρας ήταν ο καταμερισμός των εργασιών στους δούλους, η μαγειρική της δεινότητα και η δεξιοτεχνία της στην υφαντική και το πλέξιμο. Με τη βοήθεια των τροφών φρόντιζε για την καθαριότητα και διατροφή των παιδιών. Η γυναίκα, η οποία εκπλήρωνε με επιτυχία τα παραπάνω καθήκοντα, εξέφραζε το αθηναϊκό ιδεώδες της ιδανικής συζύγου. Έτσι, αποκομμένη από τον κοινωνικό της περίγυρο, περιορισμένη στο βάθος του γυναικωνίτη, απείχε των πολιτικών και κοινωνικών εκδηλώσεων της πόλης, εξαιρουμένων των λατρευτικών εκδηλώσεων και ιερατικών καθηκόντων. Πολλές φορές μοιραζόταν την συζυγική στέγη με μια άπορη παλλακίδα, με την οποία ο άνδρας της τεκνοποιούσε και που συντηρούνταν από την προίκα της συζύγου. Η αποδοχή των παιδιών από τον πατέρα προϋπέθετε θρησκευτικές τελετουργίες, συνιστούσε πολιτική πράξη νομιμοποίησης και, αν επρόκειτο για τα αγόρια, πιστοποίησης των εν δυνάμει πολιτών.

Εκπαίδευση
Η εκπαίδευση αποτελούσε προετοιμασία της πολιτικής ιδιότητας των αγοριών. Σε ηλικία επτά ετών διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή ενώ σε μεγαλύτερη ηλικία και εφόσον υπήρχε οικονομική άνεση ελάμβαναν από σοφιστές ανώτερη μόρφωση. Έτσι, πολλοί γονείς, λόγω της ακριβής ιδιωτικής εκπαίδευσης, προωθούσαν τα παιδιά τους στην εκμάθηση τεχνικών επαγγελμάτων. Ο συνδυασμός πνευματικής καλλιέργειας και άθλησης στις παλαίστρες και τα γυμναστήρια προσέδιδε στους πολίτες εφόδια για να ανταποκριθούν με επιτυχία στα πολιτικά-στρατιωτικά τους καθήκοντα. Αντίθετα από τους άνδρες οι περισσότερες γυναίκες δεν εκπαιδεύονταν, γεγονός που οφειλόταν, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, στο ότι παντρεύονταν μικρές[22]. Έτσι μέσα στην οικογένεια ξεκαθαρίζονταν οι ρόλοι, τόσο του αγοριού όσο και του κοριτσιού, που είχαν να επιτελέσουν στα πλαίσια της πολιτικοκοινωνικής ζωής της πόλης.

Εκφάνσεις ανδρικών ρόλων μέσα από την τελετουργική παιδική οινοποσία και τα συμπόσια
Η πρώτη επαφή των μικρών αγοριών με τον κόσμο των ανδρών γινόταν κατά τη διάρκεια λατρευτικών εκδηλώσεων [23]. Τα στεφανωμένα αγόρια, που συμμετείχαν στις συγκεκριμένες τελετές, έπαιρναν μέρος σε διαγωνισμούς οινοποσίας από τριών μόλις ετών. Η όλη διαδικασία συμβόλιζε αφενός την χειραφέτηση των μικρών αγοριών, αφετέρου την αποδοχή τους στην ομάδα των ισχυρών, την ομάδα των ανδρών.

Τα συμπόσια ήταν εκδηλώσεις των ανδρών, οι οποίοι διασκέδαζαν και συζητούσαν σε μικρές ομάδες στον ανδρώνα του σπιτιού. Ο μικρός αριθμός των συνδαιτυμόνων (σπάνια ξεπερνούσε τους τριάντα) και η επικλινής θέση τους φανέρωνε αισθήματα υπεροχής και ελιτισμού. Συζητούσαν κυρίως για κυνήγια, ηρωικά κατορθώματα, αθλητικές εκδηλώσεις, πολιτική και ομοφυλοφιλικούς έρωτες, δείχνοντας την εξωστρέφεια των κοινωνικών τους ρόλων, οι οποίοι βασίζονταν στις αξίες του πλούτου, του ανταγωνισμού και των απολαύσεων. Ωστόσο, το νερωμένο κρασί, που κατανάλωναν, υποδηλώνει την αίσθηση του μέτρου και της εγκράτειας, στοιχείων απαραίτητων για την επίτευξη της κοινωνικής ομαλότητας και ισορροπίας της πόλης-κράτους[24].

Ο ρόλος της Σπαρτιάτισσας
Παρόλο που ο κυρίαρχος ρόλος της γυναίκας στη Σπάρτη εστιαζόταν στο δίπτυχο μητέρας και συζύγου πολεμιστών, η θέση της ήταν καλύτερη από αυτήν της Αθηναίας. Η Σπαρτιάτισσα δεν αποτελούσε φυσικό πρόσωπο, χωρίς νομική υπόσταση ή δικαιοπρακτική ικανότητα, υπό συνεχή κηδεμονία. Το δικαίωμά να της μεταβιβάζεται η πατρική περιουσία την καθιστούσε οικονομικά ανεξάρτητη. Η εκπαίδευση που της παρεχόταν αποτελούσε δείγμα καταξίωσης και ίσης αντιμετώπισης της από την πλευρά του κράτους. Με σκοπό την επάνδρωση της στρατιωτικής φάλαγγας, από υγιείς νέους, οι γυναίκες συμμετείχαν σε αθλητικούς αγώνες, μάθαιναν χορούς και τραγούδια, τα οποία παρουσίαζαν σε θρησκευτικές εκδηλώσεις. Επιπλέον η άνεση με την οποία κυκλοφορούσαν στην πόλη ημίγυμνες[25] αποτελούσε ένδειξη κοινωνικής χειραφέτησης. Τέλος η συχνή απουσία των ανδρών είτε λόγω διαρκούς εμπόλεμης κατάστασης, είτε λόγω της κοινοβιακής στρατιωτικής εκπαίδευσης, άφηνε στις γυναίκες ελεύθερο χρόνο για τις μεταξύ τους συναναστροφές.

Σύνοψη
Διαπιστώσαμε ότι ισχυρές πόλεις –κράτη όπως η Αθήνα και η Σπάρτη ενθάρρυναν κοινωνικές πρακτικές με τη θεσμοθέτηση νομικών ερεισμάτων, ισχυροποιώντας ένα πλέγμα κοινωνικών δομών, διασφαλίζοντας την επιβίωσή τους. Η μέριμνα της οικογένειας, τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Σπάρτη δικαιώνει την άποψη του Redfield για τον οργανικό της ρόλο. Ο γάμος με την δημιουργία οικογένειας και τη γέννηση των παιδιών διασφάλιζε την επιβίωση του οίκου στα πλαίσια της πολιτικής κοινότητας. Από την επιβίωση του οίκου η πόλη συγκροτούσε την πολιτική τάξη, η οποία με θεσμούς και νόμους καθόριζε για τον καθένα ρόλους. Ο γάμος και τα κληρονομικά δικαιώματα που απέρρεαν από αυτόν, οι θρησκευτικές τελετουργίες και η εκπαίδευση αποτελούσαν φορείς αγαθών και κοινωνικών ρόλων που εκπορεύονταν ή στηρίζονταν από τον οίκο. Ωστόσο, χώροι ανάδειξης κοινωνικών ρόλων στους άνδρες αποτελούσαν η παιδική οινοποσία, τα συμπόσια στην Αθήνα και τα συσσίτια στη Σπάρτη. Αυτοί οι μηχανισμοί, εκτός του πλαισίου της οικογένειας, δεν αναφέρονται από τον Redfield.

Βιβλιογραφία
Cantarella., (1996), Οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας, Αθήνα: Παπαδήμας 1996
Cambiano G. et al., (1996), Ο Έλληνας Άνθρωπος, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
Fraceliere, R., (2000), Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των Αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα: Παπαδήμας
Mosse, C. (1996), Ο πολίτης στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα: Σαββάλας
Μπιργάλιας, Ν. (2000), Ο Καιάδας, εφ. Ελευθεροτυπία- Ιστορικά, Αρχαία Σπάρτη, τ.61, Αθήνα
Μπιργάλιας, Ν., (2000β), Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα, τομ. Α΄, Πάτρα: ΕΑΠ
Πετροπούλου, Α., (2000), Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα, τομ.Α΄, Πάτρα: ΕΑΠ
Redfield J. et al. (1996), Ο Έλληνας Άνθρωπος, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Σημειώσεις-Παραπομπές
[1] Redfield J. et al. (1996), σ. 257. Ο φιλόλογος διατυπώνει την άποψη ότι οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν την οικογένεια σαν ένα οργανικό στοιχείο της πόλης- κράτους και ο λόγος ύπαρξής της ήταν να μεταβιβάσει τα αγαθά και τους κοινωνικούς ρόλους, ώστε η πόλη να επιβιώνει με τον θάνατο των ατόμων.
[2] Πετροπούλου, Α., (2000), σ. 296. Η εγγύη ήταν μια προφορική συμφωνία ανάμεσα στον πατέρα ή τον κηδεμόνα της νύφης και στον γαμπρό με την παρουσία μαρτύρων για το τι περιουσιακά στοιχεία θα μεταβίβαζε ο πρώτος στον δεύτερο με την τέλεση του γάμου.
[3] Δημοσθένης κατ Αφόβου, Α, 4-5, , Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα, Τ.Α, ΕΑΠ, Πάτρα:2000, σελ 323.
[4] Πετροπούλου, Α., (2000), σ. 292. Γι αυτό συνήθως επιδιωκόταν η οικονομική επιφάνεια του γαμπρού να είναι αντίστοιχη με την προίκα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γάμοι στην Αθήνα ήταν ενδοταξική υπόθεση.
[5] Πετροπούλου, Α., (2000), σ. 295.
[6] Fraceliere, R., (2000), σ. 85. Η νύφη έμπαινε στο νέο της σπίτι κρατώντας μια σχάρα και ένα κόσκινο, δείγματα του νέου της ρόλου ως νοικοκυρά.
[7] Πετροπούλου, Α., (2000), σ. 285. Στην Αθήνα οι επίκληρες υποχρεώνονταν από την πολιτεία να παντρεύονται το πολύ μέχρι δεκατεσσάρων ετών με σκοπό να γεννηθεί το συντομότερο δυνατό αρσενικό παιδί στην οικογένεια. Στην Κρήτη η ορφανή κόρη ονομαζόταν πατρωιώκος και υποχρεωνόταν να παντρευτεί από δώδεκα ετών.
[8] Cantarella.(1996), σ. 94.
[9] Fraceliere, R., (2000), σ. 80.
[10] Δημοσθένης κατ Αφόβου, Α, 4-5,
[11] Ισαίου. Περί του Κίρωνος κλήρου, 15-16, 18-19. Επίσης, Mosse, C. (1996), σ. 84.
[12] Fraceliere, R., (2000), σ. 78.
[13] Πετροπούλου, Α., (2000), σ. 280. Κάθε όμοιος κληρονομούσε ένα κομμάτι γης το οποίο κληροδοτούσε με τη σειρά του στο γιο του.
[14] Πετροπούλου, Α., (2000), σ. 314. Ο γάμος προϋπέθετε αρπαγή της νύφης αν ο γαμπρός ήταν κάτω των τριάντα ετών.
[15] Μπιργάλιας, Ν. (2000), Ο Καιάδας, εφ. Ελευθεροτυπία- Ιστορικά, Αρχαία Σπάρτη, τ.61, Αθήνα , σ. 23.
[16] Μπιργάλιας, Ν. (2000), σ.23. Σύμφωνα με το νόμο του Επιταδέα, η παρουσίαση του παιδιού από τον πατέρα στους φυλέτες αποτελούσε ταυτόχρονα δέσμευση ότι θα αφήσει τον κλήρο του στο συγκεκριμένο παιδί που αναλαμβάνει να μεγαλώσει και όχι σε κάποιον άλλον.
[17] Μπιργάλιας, Ν., (2000β), σ. 196. Τον 4ο αι.π.Χ. λόγω της λειψανδρίας, μεγάλος αριθμός κλήρων ανήκε σε γυναίκες. Η σταδιακή συγκέντρωση κλήρων σε λίγους δημιούργησε φαινόμενα πλουτοκρατίας, τα οποία οδήγησαν σε κοινωνική κρίση.
[18] Στη φράση ταν ή επί τας αποτυπώνεται αφενός η κυρίαρχη αξία της έννοιας της αρετής και της ανδρείας, αφετέρου η θέση της μητέρας κοντά στον γιο.
[19] Μπιργάλιας, Ν., (2000β), σ. 192. Έτσι, η τάξη των ομοίων επιβεβαίωνε την κοινωνική της κυριαρχία με υπηρεσίες που προσφέρονταν από υποδεέστερες ταξικές ομάδες (τρόφιμοι, υπομείονες), οι οποίες ωστόσο δεν ήταν αποκομμένες από αυτήν.
[20] Fraceliere, R., (2000), σ. 78.
[21] Ισαίου. Περί του Κίρωνος: Στην κόρη του Κίρωνα ανατέθηκε η προεδρία των Θεσμοφορίων, επειδή ο σύζυγός της είχε προσφέρει πλούσιο γαμήλιο τραπέζι σε συγγενείς και φίλους και στην συνέχεια είχε διοργανώσει συμπόσιο για τα μέλη της φρατρίας του.
[22] Cambiano G. et al., (1996), σ. 160.
[23] Cambiano G. et al., (1996), σ. 169. Τα πιθοίγια ήταν εορτές προς τιμή του Διονύσου όπου άνοιγαν τα πιθάρια και δοκίμαζαν το πρώτο κρασί.
[24] Redfield J. et al. (1996), σ. 326.
[25] Πετροπούλου, Α., (2000), σ. 293. Σύμφωνα με το βασιλιά της Σπάρτης Χάριλλο, ο λόγος για τον οποίο κυκλοφορούσαν «ακάλυπτες οι κόρες τους και οι γυναίκες τους ενδεδυμένες» ήταν γιατί οι κόρες έπρεπε να βρουν συζύγους, ενώ οι γυναίκες να κρατήσουν αυτούς που είχαν.
© 2005 Ζωή Κατάκη

Διαβάστε εκτός σύνδεσης: