Το Γλωσσικό Ζήτημα

Ζ. Κατάκη, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο:
Το γλωσσικό ζήτημα είναι ένα θέμα οριστικά λυμένο -τουλάχιστον νομοθετικά- για την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Ωστόσο, ως μέσο ιδεολογικής και κοινωνικής επιβολής ταλαιπώρησε την ελληνική κοινωνία επί σειρά αιώνων. Θα επιχειρήσουμε, λοιπόν, να ορίσουμε το γλωσσικό ζήτημα, να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή του από την ελληνιστική περίοδο μέχρι την οριστική επίλυσή του και τέλος να δούμε ποιες υπήρξαν οι συνέπειές του στις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, την πολιτική ζωή και την εκπαίδευση του νεοελληνικού κράτους.

Ο γλωσσικός διχασμός
Ο γλωσσικός διχασμός εμφανίζεται ιστορικά κατά τον 1ο αιώνα ΠΚΕ, όταν οι αττικιστές εισήγαγαν την διγλωσσία στον ελληνικό κόσμο, καθώς επέβαλαν μια απομίμηση της κλασσικής αττικής, η οποία αντιπαρατέθηκε με την ήδη κυρίαρχη δημώδη προφορική. Η εξέλιξη των δύο τύπων γλώσσας καθώς και οι αιώνες που πέρασαν, οδήγησαν στο γλωσσικό ζήτημα, που ξέσπασε στις αρχές του 19ου αιώνα και αποτελεί ιδιομορφία της ελληνικής κοινωνίας. Το νεοσύστατο κράτος ζητούσε επίσημη γλώσσα και για ένα και μισό αιώνα ο ελληνισμός βασανίστηκε με προβλήματα παιδείας, κοινωνικά αλλά και πολιτικά λόγω αυτής της αναγκαιότητας.

Μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το κράτος των Μακεδόνων βασιλέων του υιοθετεί την αττική διάλεκτο για τις διοικητικές, εμπορικές και διπλωματικές του ανάγκες. Η αττική διάλεκτος διαμορφώνεται σταδιακά σε νέα μορφή ελληνικής γλώσσας, την Ελληνιστική ή Κοινή, η οποία θα καθορίσει αργότερα τη Βυζαντινή και νέα Ελληνική γλώσσα. Οι κοσμοϊστορικές πολιτικές αλλαγές, η επικράτηση νέας θρησκείας, η αλλαγή δημόσιας- ιδιωτικής ζωής και η μεταβολή νοοτροπίας ανθρώπων είναι οι κύριες αιτίες της νέας πια μορφής γλώσσας, της Κοινής, που έχει υποστεί αλλοιώσεις τόσο στη φωνητική όσο και στη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο. Αργότερα, οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί επινοούν τους τόνους και, πιστεύοντας ότι με την χρήση της αττικής διαλέκτου θα συνεχιζόταν η παράδοση στην συγγραφή έργων, ανάλογων της κλασσικής περιόδου, διδάσκουν τον αττικισμό, με αποτέλεσμα 1ον) τη στροφή λογίων προς ένα τεχνητό γραπτό ιδίωμα, 2ον) την διγλωσσία και 3ον) την επικράτηση του άκαμπτου αρχαϊσμού μεταγενέστερα.

Ενώ, αρχικά, για τη γραπτή και προφορική μετάδοση της διδασκαλίας του Χριστιανισμού χρησιμοποιείται η Κοινή και η Παλαιά και Καινή διαθήκη γράφονται σε αυτήν, αργότερα οι Τρεις Ιεράρχες χρησιμοποιούν τον αττικισμό στον επίσημο εκκλησιαστικό λόγο ως συμφιλίωση και εξοικείωση με την ελληνική παιδεία. Στη συνέχεια, κατά τα Βυζαντινά χρόνια, η διγλωσσία, μεταξύ γραπτής- ομιλούμενης, αττικής –κοινής συνετέλεσε στη χωριστή εξέλιξη αυτών. Ο μεν γραπτός λόγος οδηγείται στην προοδευτική στρυφνότητα στη σύνταξη, ο δε προφορικός, ξέφρενος, απλοποιείται φωνητικά και μορφοσυντακτικά, ενώ συγχρόνως εισάγονται σ αυτόν νέες λέξεις τόσο αρχαίες όσο και από άλλους λαούς, λόγω του εκχριστιανισμού αυτών. Προς το τέλος αυτής της ιστορικής περιόδου, σε αντίθεση με την αρχή της, υπάρχουν περισσότερες πηγές λόγω γραπτών λογοτεχνικών κειμένων στη δημώδη και σε μια νέα Ελληνική γλώσσα που σταδιακά διαμορφώνεται και παράλληλα γίνεται γνωστή.

Κατά την περίοδο της οθωμανικής κατοχής εξαιτίας της απόσχισης περιοχών του πρώην βυζαντινού κράτους, των διαφόρων κατακτητών σε περιοχές του και της απομόνωσης περιοχών του, παρατηρείται διαμόρφωση των νέων ελληνικών καθώς και δημιουργία διαλέκτων και ιδιωμάτων, που εξασθενίζουν με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Χαρακτηριστική, επίσης, είναι η τάση των Ελλήνων να συνδεθούν ψυχικά με την αρχαιότητα καθώς δίνουν αρχαία ονόματα στα παιδιά τους και στα καράβια τους. (Βακαλόπουλος 1973, σ. 662).

Η αρχαιολατρία αυτή είναι συνέπεια της αναγεννητικής ορμής του έθνους που αφυπνίζεται και ζητά να στηριχτεί στην κλασσική κληρονομιά του. Η ομάδα του Μοισιόδακα και του Καταρτζή προτείνει ότι, για να απελευθερωθεί η Ελλάδα από την οθωμανική κυριαρχία, πρέπει ο λαός να μορφωθεί, χρησιμοποιώντας την γλώσσα του, που είναι ικανή να εκφράσει όλες τις ανθρώπινες γνώσεις και όλα τα αισθήματα. Στις προσπάθειες αυτές των προοδευτικών η απάντηση είναι αντίδραση και διώξεις από τους συντηρητικούς του Πατριαρχείου, που υποστηρίζουν την αρχαΐζουσα.

Ύστερα από υποτέλεια αιώνων, το ανεξάρτητο πλέον ελληνικό κράτος, με έντονη πρόθεση για τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους, σκοντάφτει στις καθυστερήσεις που προκαλεί η καθημερινή πραγματικότητα και το οθωμανικό παρελθόν σε όλους τους τομείς του. Το εκπαιδευτικό σύστημα που θα σημαδέψει την πνευματική ζωή της χώρας οργανώνεται από την Αντιβασιλεία και μεταφυτεύεται από τη Γερμανία, όπου αναπτύχθηκε, για να υπηρετήσει τις ανάγκες ή τους σκοπούς μιας ορισμένης κοινωνίας, στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, που έχει άλλη ιστορία, άλλες ανάγκες και χρειάζεται να εξυπηρετήσει άλλους στόχους (Θέματα Νεότερης Ιστορίας από τις πηγές 1991, σ.167). Το ποια γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία αλλά και στην εκπαίδευση και στις επίσημες εκδηλώσεις, αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα. Η λαϊκή γλώσσα είναι ακαλλιέργητη, παραφθαρμένη και δεν μπορεί να εκφράσει πολυσύνθετες ιδέες.

Ο Κοραής, κυρίαρχη μορφή, στο ζήτημα της διένεξης για το ποια θα είναι η εθνική γλώσσα του κράτους, ξεκινά μια τάση καθαρισμού της γλώσσας από ξένα στοιχεία και επινοεί και προτείνει την καθαρεύουσα, η οποία καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα του κράτους (1834). Η αρχική σύλληψή του για την κάθαρση μιας δημώδους γλώσσας αλλά και τη διατήρηση όλου του δυναμισμού της δεν πραγματώνεται. Το 1818 ο Π. Κορδικάς, αν και ανήκει στους υποστηρικτές μιας μετριοπαθούς δημοτικής γλώσσας, εκδίδει τη «Μελέτη της Κοινής Ελληνικής Διαλέκτου», με σκοπό μια πολεμική εναντίον του Κοραή. Ενισχυόμενος ο Κορδικάς από τους Φαναριώτες με συντηρητικές απόψεις προσβλέπει στην καθιέρωση μιας καθαρεύουσας «Εκκλησιαστικής» αντίστοιχης της γλώσσας των Βερσαλιών στη Γαλλία, (Δημαράς 1983, σ. 206). Χωρίς να υπάρχουν αποκλίσεις απόψεων, αφού και οι δυο τους δε διέφεραν στη καθημερινή χρήση της γλώσσας μεταξύ τους, οι Έλληνες χωρίζονται ιδεολογικά.

Η αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας, κοινό χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών λαών το 19ο αιώνα, θα βοηθήσει στην εμφάνιση και στην άνθηση της λαογραφίας, με αποτέλεσμα, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, να πολλαπλασιαστούν η συλλογή και οι δημοσιεύσεις δημοτικών τραγουδιών. Την παράδοση που δημιουργεί ο Διονύσιος Σολωμός στην έντεχνη Επτανησιακή ποίηση, θα συνεχίσουν οι Ι. Πολυλάς, Α. Βαλαωρίτης, κ.ά, οι οποίοι, επηρεασμένοι από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά κινήματα, καταπιάνονται με θέματα ιστορικά, κυρίως, όμως, με κοινωνικά, στα οποία βρίσκουμε ρίζες του κινήματος του δημοτικισμού και επομένως της πόλωσης που σύντομα θα στιγματίσει το γλωσσικό ζήτημα. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι στα Επτάνησα, που για αιώνες ήταν υπό Ενετική και Αγγλική κατοχή, δεν υποστηριζόταν ο αρχαϊσμός και πολύ πριν τον Σολωμό ήταν καλλιεργημένη η λαϊκή παράδοση στην ποίηση. (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1977, σ. 635)

Ενώ προεπαναστατικά τα μέτωπα ακροβατούν μεταξύ αττικίζουσας και δημώδους γλώσσας, μετά την πρόταση του Κοραή περί μέσης οδού και κάθαρσης της γλώσσας, δημιουργείται νέο δίπολο μεταξύ καθαρεύουσας και δημώδους κατά την Αντιβασιλεία. Με την εμφάνιση στο προσκήνιο της Μεγάλης ιδέας επί Τρικούπη και με την πολιτική του εκσυγχρονισμού που τον χαρακτηρίζει, τίθεται το θέμα μιας εκπαίδευσης και μιας γλώσσας που να καλλιεργεί εθνική ομοψυχία και εθνικό φρόνημα.

Πυροδοτείται, λοιπόν, για μια ακόμη φορά η αντίδραση προς τον Κοραή, που κατηγορείται από τους οπαδούς της δημώδους για τεχνητή παρέμβαση στην γλώσσα και από τους υποστηρικτές της αρχαΐζουσας ότι αρνείται την γλωσσική παράδοση. Οι αγώνες που θα δοθούν για την επικράτηση της μιας ή της άλλης μορφής γλώσσας είναι πολλοί και συνδέονται με πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα του ελληνισμού. Στον χώρο της λογοτεχνίας, πάντως, η δημοσίευση το 1888 του έργου του Γ. Ψυχάρη «Το ταξίδι μου» δίνει ώθηση στην χρήση της δημοτικής μετέπειτα. Το <ταξίδι> σημειώνει σταθμό στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος και αποτελεί το ευαγγέλιο, του νεώτερου δημοτικισμού, που χτυπά τις γλωσσικές φεουδαρχικές προλήψεις. Η εισήγηση, τέλος, του Ψυχάρη για μια συστηματοποιημένη πρότυπη δημοτική δίνει και μια νέα διάσταση στο γλωσσικό ζήτημα συνδέοντας αυτό ως ανάγκη όχι μόνο για τη μελλοντική ευημερία του ελληνικού έθνους αλλά και την απελευθέρωση της υπόλοιπης Ελλάδας.

Η εφημερίδα «Ακρόπολη», με εκδότη τον Β. Γαβριηλίδη, υποστηρίζοντας την γλωσσική μεταρρύθμιση του Ψυχάρη, ανάβει το γλωσσικό ζήτημα. Υποστηρικτές τους οι Εμμ. Ροΐδης, Ι. Πολυλάς, κ.ά., χτυπούν τον αττικισμό και καλλιεργούν με πάθος την δημοτική, που γίνεται όργανο της ελληνικής λογοτεχνίας. Έτσι, στο τέλος του 19ου αιώνα και στην αρχή του 20ού, το γλωσσικό ζήτημα διαμορφώνεται ως προς την πολιτιστική του διάσταση και παίρνει εκτός από κοινωνικές διαστάσεις και πολιτικές και οδηγεί σε αιματηρές συγκρούσεις. Η δημοσίευση μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1901) σε ακραία δημοτική στην εφημερίδα Ακρόπολη από τον Αλ. Πάλλη, επιφέρει βίαιες διαμαρτυρίες από καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών με αιματηρά αποτελέσματα. Επίσης, η παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου στη δημοτική, από το Εθνικό θέατρο (1903), γίνεται η αιτία νέων αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων. Οι πολέμιοι των δημοτικιστών τους κατηγορούν ως προδότες και ότι ενεργούν κατόπιν σλαβικού σχεδίου, που αποσκοπεί να προκαλέσει διχόνοιες στον Ελληνισμό, θρησκευτικές έριδες, που θα βοηθήσουν τον προσεταιρισμό των Ελλήνων της Μακεδονίας από τη βουλγαρική Εξαρχία. Ο γλωσσικός και πολιτικός φανατισμός συσκοτίζει τη πραγματικότητα, που ως ζητούμενο όλων είναι η απελευθέρωση της Μακεδονίας, καθώς ανέκαθεν ο δημοτικισμός ταύτιζε το έθνος με τη γλώσσα.

Η ίδρυση του εκπαιδευτικού ομίλου (1910), καθώς και η ίδρυση Ανώτερου παρθεναγωγείου στο Βόλο, αποτελούν κάποιες προσπάθειες για περιορισμό της αρχαιομάθειας, όπως και της ενίσχυσης φυσιογνωστικών μαθημάτων, τεχνικών, πρακτικών κ.α., που όμως προκαλούν αντιδράσεις και ο Δελμούζος, ο ιδρυτής του παρθεναγωγείου, κατηγορείται για διαφθορά ηθών. Το έθνος χωρίζεται στα δύο και το θέμα της γλώσσας αποκτά μείζονα σημασία, που υπερέχει ακόμη και της ίδιας της ιδέας της ελευθερίας του έθνους, με κορυφαίο παράδειγμα τη διαδικασία πειθαρχικής δίωξης του καθ. Ι. Κακριδή κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, εδραιώνοντας έτσι την αντίληψη περί απειλής κατά της εθνικής κυριαρχίας από τη χρήση της δημοτικής. Ο Ι. Κακριδής τόλμησε να δημοσιεύσει στην δημοτική και σε μονοτονικό σύστημα την πανεπιστημιακή του παράδοση.

Στις επόμενες δεκαετίες λαμβάνουν χώρα, συνεχείς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στις κοινωνικές –οικονομικές ανάγκες της χώρας, με αποτέλεσμα σε διάστημα συνολικά 50 ετών, από την αρχή δηλαδή του 20ου αιώνα, να υπάρξουν λίγο-πολύ 9 αλληλοδιαδοχές επίσημης εθνικής γλώσσας, πότε της καθαρεύουσας και πότε της δημοτικής. Η «Νεοελληνική», όπως ονομάζεται τελικά, και επισημοποιείται από τη συντηρητική κυβέρνηση Καραμανλή, είναι πολύ διαφορετική από την ακραία δημοτική του Ψυχάρη, καθώς δε περιέχει ιδιωματισμούς και ακρότητες, αλλά συγχωνεύει στοιχεία της καθαρεύουσας. Η νομιμοποίηση δε του Κ.Κ.Ε. αφαιρεί την πολιτική διάσταση του γλωσσικού ζητήματος και παύει η κυρίαρχη σύνδεση της χρήσης της δημοτικής με τον κομμουνισμό, την αναρχία και το χάος. Πλην όμως, η καθαρεύουσα δεν είναι πλέον αποτελεσματική ως γλώσσα ούτε χρήσιμη σε καμιά εξουσία. Η κατάχρηση των μαγικών ιδιοτήτων της καθαρεύουσας από τη στρατιωτική δικτατορία του 1967 αποτελεί το κύκνειο άσμα της, (Φραγκουδάκη 1987, σ. 205).

Το γλωσσικό ζήτημα λύνεται το 1977 με την καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση και στη διοίκηση και παύει πλέον να υπάρχει το φαινόμενο της διγλωσσίας που διήρκεσε 20 περίπου αιώνες και ταλαιπώρησε την ελληνική παιδεία και κοινωνία για 143 χρόνια.

Οι αντιπαραθέσεις
Στηn μακρόχρονη πορεία των 143 χρόνων, οι αντιπαραθέσεις των απόψεων της μιας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας για το γλωσσικό ζήτημα επέφεραν πολλά αρνητικά αποτελέσματα. Οι συνέπειες στην πνευματική και πολιτισμική εξέλιξη του έθνους ήταν κυρίως η ματαίωση του προορισμού της γλώσσας, ο περιορισμός πολιτισμικής ανάπτυξης, η γλωσσική ανασφάλεια που χαρακτηρίζει όλους τους ενήλικες που έχουν διδαχτεί δημοτική και καθαρεύουσα ημιτελώς και η στασιμότητα της εκπαίδευσης. Η ματαίωση του προορισμού της γλώσσας αποτέλεσε εμπόδιο για την πνευματική εξέλιξη του έθνους. Η χρήση μιας γλώσσας άγνωστης, δυσνόητης, και δύσχρηστης, όπως ήταν η καθαρεύουσα, απομάκρυνε το χρήστη της από την εξωτερίκευση της σκέψης του. Η απόδοση της εσωτερικευμένης γλώσσας εμποδιζόταν λόγω του δύσχρηστου εργαλείου του λόγου. Η αντιπαράθεσή της παράλληλα σε μια γλώσσα του λαού λειτουργούσε ανασταλτικά στη διαμόρφωση κοινής κουλτούρας.

Η γλώσσα, ως ανώτερο πολιτισμικό προϊόν ενός έθνους, δεν αποτελεί απλώς ένα κώδικα επικοινωνίας και συνεννόησης αλλά είναι γενικότερα πεδίο δημιουργίας, γόνιμο έδαφος, στο οποίο μπορεί να βλαστήσει τόσο η τέχνη, η επιστήμη, κάθε μορφή έκφρασης ενός λαού όσο και ο προσωπικός τρόπος έκφρασης κάθε ανθρώπου. Η διαρκής εναλλαγή καθαρεύουσας και δημοτικής στην εκπαίδευση και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο είχε σοβαρές συνέπειες στην πνευματική ανάπτυξη των παιδιών. Σήμερα, ενήλικες πια, είναι γλωσσικά ανασφαλείς καθώς, όταν θέλουν να εκφράσουν κάτι μπροστά σε κοινό, πάσχουν αναζητώντας τις κατάλληλες λέξεις. (Φραγκουδάκη 1987, σ. 104). Βρίσκονται πάντα ανάμεσα στην δημοτική και στην αίγλη της καθαρεύουσας, η οποία έμμεσα επιβιώνει στις θεωρίες για την κακή γλωσσική ποιότητα της δημοτικής. Η άσκοπη κόπωση που προκαλείται από την αμηχανία, την αναζήτηση της σωστής λέξης-φράσης και η αυτοδιόρθωση που τον χαρακτηρίζει, οδηγεί τον Έλληνα σε σημείο να απεχθάνεται την εθνική του γλώσσα, να την περιφρονεί, να ντρέπεται και να αποξενώνεται τελικά από τον ίδιο του τον πολιτισμό. Όσον αφορά στην εκπαίδευση, η περιφρόνηση της μητρικής γλώσσας των Ελλήνων αποτέλεσε μέσο άσκησης βίας αλλά και στασιμότητας. Ο φόβος που ένιωθαν τα παιδιά για την αυθόρμητη παραστατική γλώσσα, τα έκανε να εκφράζονται με τρόπο στεγνό και μη γόνιμο. Εμποδιζόταν, κατά συνέπεια, η ελεύθερη σκέψη, η παραγωγική φαντασία, η καθαρή επιχειρηματολογία και η συνδιάλεξη λογικών συνειρμών.

Συγχρόνως, όμως, η προσκόλληση της καθαρεύουσας στους τύπους, με το τεχνητό περίβλημα ευγένειας, οδηγούσε τα παιδιά στη μιμητική αναπαραγωγή γνώσεων μέσω της απομνημόνευσης και τους καταργούσε την κριτική σκέψη. Παρατηρείται ακόμη και σήμερα ότι η γνώση της καθαρεύουσας δημιουργεί έπαρση και πίστη σε κοινωνική καταξίωση στους χρήστες της έναντι των μη χρηστών τους οποίους θεωρούν αδαείς, αμόρφωτους και υποδεέστερους. Η χρήση της, δηλαδή, προσδίδει πολλές φορές σοβαροφάνεια, που όμως οδηγεί στην αυταπάτη τους και την εξαπάτηση των άλλων.

Κατά την περίοδο του γλωσσικού ζητήματος, οι ομοϊδεάτες καθαρευουσιάνοι ζούσαν σε μια αυταπάτη, ενισχύοντας ο ένας τον άλλον ότι βρίσκονται στο σωστό και ορθό δρόμο, χωρίς πάντοτε να επιδεικνύουν κάποιο έργο αξιόλογο. Σε ομιλίες, συζητήσεις που απευθύνονταν στο κοινό με την εκφορά της καθαρεύουσας αποκόμιζαν το θαυμασμό των «αδαών», οι οποίοι θεωρούσαν ότι μειονεκτούν και είναι υπεύθυνοι συγχρόνως. Ο ακροατής θαυμάζει αφού δεν καταλαβαίνει και κατακρίνει τον εαυτό του για το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο. (Φραγκουδάκη 1987, σ. 88). Τέλος το γλωσσικό ζήτημα παρεμπόδισε τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης σε επιλογές μαθημάτων, διαμόρφωση προγραμμάτων και ανάπτυξη διαφόρων δραστηριοτήτων, καθώς οδήγησε πολλές φορές στη κυριαρχία της αρχαιολατρείας.

Οι συνέπειες στην κοινωνική και πολιτική ζωή του ελληνικού έθνους ήταν ο γλωσσικός εμφύλιος, το μόνιμο άγχος της καταδίωξης, ακόμη και της πολιτικής, των δημοτικιστών και το ρήγμα ανάμεσα στις μορφωμένες αστικές τάξεις και το λαό. Από την έκδοση του βιβλίου του Ψυχάρη «Το ταξίδι μου» το 1888, το γλωσσικό ζήτημα παίρνει πολιτικές διαστάσεις. Το 1920, με τα ευαγγελιακά εξαπολύονται κατηγορίες από τους συντηρητικούς καθαρευουσιάνους, όπως άθεοι, αναρχικοί, προδότες, με αποτέλεσμα τον γλωσσικό εμφύλιο. Από τη μια μεριά στέκονται οι δημοτικιστές, ως προοδευτικοί, επαναστατικοί και εξωραϊστές και από την άλλη οι καθαρευουσιάνοι, ως υποστηρικτές του έθνους, της θρησκείας, των ιδεωδών και φυσικοί απόγονοι της αρχαιότητας. Η δίκη του Δελμούζου και του Κακριδή είναι ατράνταχτες αποδείξεις της κοινωνικής σύγκρουσης του γλωσσικού ζητήματος. Ειδικά στην περίπτωση του Κακριδή, ενώ το κράτος βρίσκεται υπό γερμανική κατοχή και ο λαός πεινά, εθνικό καθήκον και «πατριωτισμός» επιβάλουν τη δίκη.

Η ελληνική κοινωνία διχάζεται και η αντιπαράθεση για τη γλώσσα που πρέπει να μιλά βρίσκεται σε μια συνεχή δίνη, από την οποία βγαίνοντας κάπου-κάπου πηγαίνει πότε δεξιά και πότε αριστερά. Η πολιτική επιβάλλει τη δημοτική ή την καθαρεύουσα, καθώς από τη μια άκρη της ζυγαριάς είναι η επικράτηση γενικά της δημοτικής στη λογοτεχνία και από την άλλη η καθιέρωση της καθαρεύουσας ως γλώσσας των θεσμών και της εκπαίδευσης.

Όταν ο Δ. Γληνός (1926) προσχώρησε στην αριστερά, έδωσε την αφορμή στους κυβερνώντες καθαρευουσιάνους να συνδέσουν τους δημοτικιστές με τους αριστερούς. Η δίωξή τους καθιερώνεται, καθώς είναι πολιτικοί αντίπαλοι με μόνιμο αίσθημα ότι κινδυνεύει η ζωή τους και αποκλείεται η συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή. Ο Μ. Τριανταφυλλίδης δεν κερδίζει την έδρα της γλωσσολογίας στο πανεπιστήμιο εξαιτίας της προχειρότητας, της απλοποίησης και των σφαλμάτων που τον διέπουν….

Ειδικότερα το 1911, όταν, μετά από τέσσερις ημέρες συνεδρίασης στη βουλή ο Βενιζέλος υποχωρεί στο κατεστημένο και ορίζει την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους, επιβεβαιώνεται η δύναμη της συντηρητικής παράταξης και της εκκλησίας. Η υποχώρησή του είναι πολιτικός και προσωπικός συμβιβασμός που υπερκερνά την πραγμάτωση των θεμελιωδών αλλαγών που εκκρεμούν στη κοινωνία. Γενικά, η φίμωση του λόγου κυριαρχεί και ο χρήστης της δημοτικής θεωρείται ότι υποτιμά τις αξίες της παράδοσης, της θρησκείας και πολεμά τη καθιερωμένη κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Το βαθύ ρήγμα που δημιουργείται ανάμεσα στις μορφωμένες τάξεις και τον απαίδευτο λαό, αποσκοπεί στην κοινωνική διάκριση, καθώς αποκλείεται αυτός από την εξουσία και καλλιεργείται η υπακοή στο κατεστημένο που θέλει να αποτελεί παράδοση. Η χρήση της σωστής γλώσσας δηλώνει ανωτερότητα, καθώς οι χρήστες της δεν ανήκουν στους κοινούς θνητούς που δυσκολεύονται να χειριστούν την καθαρεύουσα. Η γλώσσα, λοιπόν, γίνεται όπλο για την άσκηση βίας και εξουσίας. Ειδικότερα κατά τη δικτατορία, οι καθαρευουσιανισμοί στόχευαν στην κοινωνική διάκριση και επομένως στη μετάδοση του μηνύματος ότι είναι ανώτεροι και πολιτικά. Η ασάφεια, κυρίως, που χαρακτήριζε το λόγο των πολιτικών τους, νομιμοποιούσε την κατοχή του βήματος και του λόγου. Στην αντίθετη πλευρά, πάλι, οι δημοτικιστές, όπως γράφει ο Χρηστίδης στη μετάφραση του Αστικού Κώδικα και τονίζει η Φραγκουδάκη, (Φραγκουδάκη 2001, σ.78), έφτανε να γράψουν της αποβλάκωσης αντί της αποβλακώσεως για να χαρακτηριστούν αμφίβολης εθνικοφροσύνης, πράκτορες του κομμουνισμού, ή και ακόμη να χάσουν κάθε ελπίδα σταδιοδρομίας σε επίσημους επιστημονικούς κύκλους.

Σύνοψη
Τέλος, επισημαίνουμε ότι η κληρονομιά του γλωσσικού ζητήματος είναι βαρυσήμαντη. Τα 143 αυτά χρόνια του γλωσσικού πολέμου επηρέασαν αρνητικά την εξέλιξη της γλώσσας, την εκπαίδευση, την εξέλιξη των γλωσσικών επιστημών τη σχέση των πολιτών μεταξύ τους και γενικότερα την οργάνωση κοινωνίας –κράτους.Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι οι έννοιες του έθνους και της εθνικής γλώσσας πρέπει να είναι σεβαστές χάρη στη μακραίωνη πορεία τους και τις θυσίες του λαού για την επικράτησή τους. Η εδραίωση αυτού του σεβασμού στην συνείδησή μας στηρίζεται στη γνώση της ιστορίας του έθνους και της αντίληψης πως όλοι μας, είτε καθαρευουσιάνοι είτε δημοτικιστές, αποτελούμε ισάξια μέλη του.

Τα θετικά στοιχεία που προέκυψαν από την ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, εφόσον βέβαια δεν δόθηκε η ευκαιρία στην δημώδη, η οποία θεωρήθηκε ανεπαρκής να αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα, ήταν η δημιουργία της καθαρεύουσας ως του γλωσσικού οργάνου που χρειαζόταν. Η κάθαρση, δηλαδή, η οποία έγινε από τον Κοραή, απομάκρυνε τούρκικες, αλβανικές και άλλες ξένες λέξεις και ιδιώματα που είχαν εισχωρήσει στην δημώδη αλλά, δυστυχώς, διαφοροποίησε λαϊκές λέξεις με επιβολή αρχαιότερων τύπων. Επίσης, η Νέα Ελληνική που χρησιμοποιούμε σήμερα, αποτελείται από συνένωση στοιχείων της δημοτικής και της καθαρεύουσας και βρίσκεται πολύ κοντά στην Κοινή των χρόνων του Χριστού, κι ας απέχει πάνω από 2000 χρόνια όσο δε βρίσκεται η γλώσσα του 5ου αιώνα, κι ας απείχε από αυτήν 500 χρόνια, (Τσολάκης 1999, σ. 134).

Βιβλιογραφία
Βακαλόπουλος Α.Ε.,(1973), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού Τ.Δ, Αθήνα: Ηρόδοτος.
Δημαράς Κ.Θ., (1983), Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα.
Συλλογικό (1977) Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
Τσολάκης Χρ. (1999), Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, Σκόπελος: Νησίδες.
Φραγκουδάκη Αν.(1987), Γλώσσα και Ιδεολογία, Εκδόσεις Αθήνα: Οδυσσέας,
Φραγκουδάκη Άν. (2001), Η Γλώσσα και το Έθνος, Εκδόσεις Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

© 2003-2004 Ζωή Κατάκη

Διαβάστε εκτός σύνδεσης: