Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός: Η συνάντηση δύο πολιτισμών

Κ. Καλογερόπουλος (MA) in Anthropology:

Σε πείσμα της μυθοπλασίας που τοποθετεί φράγματα ανάμεσα στην αλληλοκατανόηση των λαών και  δημιουργεί αποδιοπομπαίους τράγους της ιστορίας, είτε αυτοί ονομάζονται Έλληνες είτε Εβραίοι, έχουν ωριμάσει πιθανώς οι συνθήκες που επιβάλλουν μια ματιά στις ιστορικές συνθήκες της συνάντησης δύο λαών που έχουν προβληματίσει θετικά ή αρνητικά το παγκόσμιο ιστορικό σκηνικό. Σε πολλές περιπτώσεις οι Έλληνες ή οι Εβραίοι είναι αλήθεια ότι αντιμετωπίστηκαν από την διεθνή σκηνή ως κακομαθημένα παιδιά ή ως αποδιοπομπαίοι τράγοι. Το γιατί είναι εκτός των ορίων της παρούσας μελέτης. Ωστόσο, είναι πάντα ενδιαφέρουσα η οριοθέτηση της στιγμής της συνάντησης αυτών των δύο διακριτών πολιτισμών που διαμόρφωσαν -ο ένας σε θρησκειολογικό, ο άλλος σε φιλοσοφικό επίπεδο- την πορεία του δυτικού πολιτισμού.

Στο κατατοπιστικό άρθρο της Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός: Η σύγκρουση, η Clare Goldfarb αναφέρει πως πριν την εισβολή του Αλέξανδρου του Μακεδόνα, η Ιουδαία ήταν μια μικρή ασήμαντη επαρχία μέσα στις απέραντες εκτάσεις που κυβερνούσε ο Δαρείος. Όπως συνέβαινε και με τις άλλες επαρχίες, η Ιουδαία είχε την δικαιοδοσία να διευθύνει τις πολιτιστικές και θρησκευτικές υποθέσεις της. Όλα άλλαξαν, από τη στιγμή που ο Αλέξανδρος και οι Μακεδόνες του βάδισαν πέρα από τον Ελλήσποντο και τράβηξαν νότια κατά μήκος της ακτογραμμής στην Αίγυπτο. Όσες πόλεις δεν συμφώνησαν με τον κατακτητή πολιορκήθηκαν και καταστράφηκαν. Μετά την καταστροφή της Τύρου και της Γάζας όλες οι πόλεις έστειλαν αντιπροσωπείες στον νέο βασιλέα -ανάμεσά τους και η Ιερουσαλήμ. Αυτή ήταν η πρώτη συνάντηση μεταξύ των Εβραίων και των Ελλήνων, μεταξύ του Ιουδαϊσμού και του Ελληνισμού.

Από όσα γνωρίζουμε, ο Αλέξανδρος δεν πήγε ποτέ στην Ιερουσαλήμ, ούτε ξόδεψε πολύ χρόνο στην Ιουδαία. Αλλά τέτοιος ήταν ο μύθος του νέου κατακτητή, ώστε ακόμη και οι Εβραίοι δημιούργησαν ένα μύθο σχετικά με τον Μακεδόνα. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο ο Αλέξανδρος πηγαίνει στην Ιερουσαλήμ και αναγνωρίζει την δύναμη του ενός θεού, υποκλινόμενος και ο ίδιος ενώπιόν του. Την ιστορία μας μεταφέρει ο Ιώσηπος δείχνοντας πως η πρώτη συνάντηση μεταξύ των Εβραίων και των Μακεδόνων ήταν σχετικά ειρηνική. Ο Αλέξανδρος βέβαια συνέχισε τον δρόμο του. Στην Μέμφιδα τίμησε τον Άπι, τον ιερό ταύρο της Αιγύπτου και διοργάνωσε ελληνικούς αθλητικούς αγώνες, μη γνωρίζοντας και ίδιος ακόμη τη σημασία της εισαγωγής τέτοιου ελληνικού αθλητισμού σε έναν αλλοδαπό πολιτισμό. Κατά συνέπεια, για πρώτη φορά, υπήρξε μια συγχώνευση της Ανατολής με την ελληνική ιεροτελεστία. Πριν αποχωρήσει από την Αίγυπτο, ο Αλέξανδρος σχεδίασε μια νέα πόλη, μια πόλη που προοριζόταν για να γίνει μια από τις μεγαλύτερες στον αρχαίο κόσμο, την Αλεξάνδρεια. Σύμφωνα με τις παραδόσεις, οι Εβραίοι κλήθηκαν να εγκατασταθούν στη νέα πόλη.

Από την καταστροφή του πρώτου ναού τους από τους Βαβυλώνιους το 586 Π.Κ.Ε. και τον εκτοπισμό των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, οι Εβραίοι έζησαν σε όλες περιοχές της αυτοκρατορίας. Ευημέρησαν όχι μόνον ως αγρότες αλλά και ως επιτυχημένοι έμποροι. Οι εμπορικοί δρόμοι τους οδήγησαν σε όλες τις γωνίες της Εγγύς Ανατολής και όταν ο Κύρος νίκησε τους Βαβυλώνιους το 539 Π.Κ.Ε., τους επέτρεψε να επιστρέψουν στην Ιουδαία και να ανοικοδομήσουν τον ναό στην Ιερουσαλήμ. Βέβαια, ήταν αρκετοί εκείνοι που επέλεξαν να μην επιστρέψουν. Πάπυροι που βρέθηκαν στη νήσο Ελεφαντίνη, κοντά στο Ασουάν, αποκάλυψαν την παρουσία εβραϊκής φρουράς από τον 6ο έως τον 5ο αι. Π.Κ.Ε.

Οι αναφορές
Εκεί που πρέπει, ωστόσο, να στρέψουμε την προσοχή μας, είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της βαβυλώνιας αιχμαλωσίας ή της Διασποράς, η εβραϊκή θρησκεία μετεξελίχθηκε. Ο ναός ήταν δεμένος από τον νόμο στην Ιερουσαλήμ και η θυσία προσφερόταν σύμφωνα με ένα άκαμπτο τελετουργικό. Καθώς δεν υπήρχε πλέον ο ναός για την θυσία, οι Εβραίοι έχτισαν τις συναγωγές για τις θρησκευτικές τους συνελεύσεις. Αντί των τελετουργικών και της έμμεσης προσφοράς στον θεό, πρόσφεραν πλέον τις προσευχές τους άμεσα στον ίδιο το θεό. Η πίστη αποδεσμεύτηκε από το συγκεκριμένο τελετουργικό, τον ναό ή την χώρα. Ο Εβραίος μπορούσε πλέον να ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα οπουδήποτε και να είναι ακόμα σε επικοινωνία με τον θεό. Η θρησκεία απελευθερώθηκε από τους περιορισμούς του χρόνου και του χώρου και συνεπώς έγινε δυνατή η θρησκευτική και πολιτισμική επιβίωση των Εβραίων σε οποιοδήποτε είδος αιχμαλωσίας ή εξορίας.

Ο Διόδωρος αναφέρει ότι «οι Εβραίοι ήταν εξαρχής πυκνοκατοικημένο έθνος» αφιερωμένο στις παραδόσεις του και δεν επηρεάστηκε από τον ελληνικό πολιτισμό. Πριν τον Αλέξανδρο ήταν μικρή η επαφή μεταξύ των δύο πολιτισμών. Δεν υπάρχουν αναφορές για τους Εβραίους στην ελληνική γραμματεία, εκτός ίσως από μια φευγαλέα νύξη του Ηροδότου, σχετικά με την πρακτική της περιτομής μεταξύ των Σύρων, η οποία σχετίζεται με την εβραϊκή πρακτική. Ωστόσο, τούτη η αναφορά θα μπορούσε κάλλιστα να σχετίζεται και με τους Αιγυπτίους. Για τον Έλληνα περιηγητή ο Εβραίος και ο Ιρανός της Μ. Ασίας ήταν εξίσου Βαβυλώνιοι. Μόνο μετά την κατάκτηση γνώρισαν οι Έλληνες τους Εβραίους. Όταν ο Αλέξανδρος οδήγησε το στρατό του έξω από την Τύρο ενάντια στον Δαρείο, είχε Εβραίους ως βοηθούς μεταξύ των στρατευμάτων του. Όταν νίκησε τον Δαρείο στα Γαυγάμηλα και έγινε με τη σειρά του βασιλεύς των βασιλέων, διέταξε την αποκατάσταση του ναού της Βαβυλώνας. Τότε ήταν που έμαθαν για πρώτη φορά οι Έλληνες τι σημαίνει εβραϊκή αποστροφή προς την ειδωλολατρία, καθώς «ούτε η σωματική τιμωρία ούτε τα βαριά πρόστιμα δεν μπορούσαν να αναγκάσουν τους Εβραίους στρατιώτες του Αλέξανδρου να εργαστούν για την ανοικοδόμηση του Ναού».

Οι Έλληνες συγγραφείς άρχισαν να παρατηρούν τους Εβραίους κατά τον 3ο Π.Κ.Ε. αι. Ο Θεόφραστος, για παράδειγμα, θεωρούσε τους Εβραίους «φιλοσόφους». Με την σειρά του ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης, σύμβουλος του Πτολεμαίου Α΄, έγραψε μια εκτενή ιστορία των Εβραίων που ήταν πιθανώς τμήμα μιας ευρύτερης ιστορικής αναφοράς στην Αίγυπτο. Ο Εκαταίος, βέβαια, στηρίχθηκε στους Αιγύπτιους ιερείς για τις αφηγήσεις του τις σχετικές με την εβραϊκή προέλευση και σύμφωνα με την άποψή τους οι Εβραίοι ήταν μετανάστες. Μας λέει, λοιπόν, πως «λοιμός ενέσκηψε στην Αίγυπτο» και ότι ο λαός απέδωσε την καταστροφή στους ξένους που ασκούσαν διαφορετικά θρησκευτικά τελετουργικά. Στις αφηγήσεις του Διόδωρου για την εγκαθίδρυση νόμων από μέρους του Μωυσή (XL 3:36) έχουμε και την πρώτη αναφορά του Τορά ή Νόμου στην ελληνική γραμματεία. Σύντομα μετά το 300 Π.Κ.Ε. οι Έλληνες λόγιοι έχασαν το ενδιαφέρον τους για τους Ιουδαίους και οι Εβραίοι ήρθαν πάλι στο προσκήνιο μόνο κατά την εξέγερση των Μακκαβαίων.

Οι Εβραίοι γνώριζαν τους Έλληνες πριν την εισβολή των Μακεδόνων. Όπως φαίνεται στο βιβλίο της Γένεσης, από τον πίνακα των αναφορών εθνών, η λέξη γιαβάν αποδίδεται ως Ίωνες, το όνομα που απέδωσαν όλοι οι λαοί της Εγγύς Ανατολής στους Έλληνες. Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε μυκηναϊκή κεραμική και στις δύο πλευρές του ενώ στον Σαμουήλ Β΄ αναφέρεται ότι ο βασιλεύς Δαβίδ χρησιμοποίησε μισθοφόρους από την Κρήτη. Μετά από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία οι εβραίοι έμποροι ταξίδεψαν σε όλα τα σημεία της περσικής αυτοκρατορίας. Με την σειρά τους έλληνες μισθοφόροι πολέμησαν στην Παλαιστίνη επ’ αμοιβή των Φαραώ της Αιγύπτου. Πάπυροι που ανακαλύφθηκαν τόσο στην Αίγυπτο, όσο και στα σπήλαια της Νεκρής Θάλασσας, ρίχνουν ιδιαίτερο φως σε μια περίοδο που έλειπε από τις πηγές μας ως τώρα. Ο Ψαμμήτιχος, αρχηγός των Αιγυπτίων Λιβύων, έγινε με την βοήθεια Ελλήνων μισθοφόρων Φαραώ της Αιγύπτου και ιδρυτής της εικοστής έκτης δυναστείας, στο έτος 655 Π.Κ.Ε. Αποδείχθηκε ικανός και δραστήριος κυβερνήτης, ικανός να αναγνωρίζει τις αλλαγές και να αναπροσαρμόζεται ανάλογα. Χαιρέτισε τους Έλληνες και τους έχτισε δύο μεγάλα φρούρια για την φύλαξη των ασιατικών και λιβυκών συνόρων.

Μετά τον Αλέξανδρο
Μετά από τον θάνατο του Αλεξάνδρου, η αυτοκρατορία του κατανεμήθηκε μεταξύ των στρατηγών του, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πτολεμαίος και ο Σέλευκος. Η Παλαιστίνη, ένας σημαντικός εμπορικός δρόμος μεταξύ της Αιγύπτου και της Μικράς Ασία, διεκδικήθηκε σφοδρά και από τους δύο, αλλά τελικά ήταν ο Πτολεμαίος που έλεγξε την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, ενώ ο Σέλευκος αρκέστηκε στην Συρία. Υπό τη βασιλεία των Πτολεμαίων η ζωή ήταν σχετικά ειρηνική. Ο Πτολεμαίος και οι διάδοχοί του διατήρησαν την περσική συνήθεια και άφησαν τις επαρχίες ελεύθερες να διαχειρίζονται την πολιτιστική και θρησκευτική τους παράδοση. Ο Εκαταίος μας λέει ότι η Ιερουσαλήμ κυβερνάτο από ένα αριστοκρατικό ιερατείο δια βίου κληρονομικώ δικαιώματι. Επί έναν αιώνα σχετικής ειρήνης, οι Εβραίοι ευημέρησαν και στην Ιουδαία και στην Διασπορά.

Από το 321 Π.Κ.Ε. έως το 30 Π.Κ.Ε. η Ασία και η Αίγυπτος υπάκουαν τους διαφορετικούς κυρίους. Ωστόσο, για τους Εβραίους της Διασποράς κάτι τέτοιο σήμαινε πολιτική και πολιτισμική διαίρεση. Η Εγγύς Ανατολή από το Σινά έως στα Ιμαλάια συνέχισε να σκέφτεται και να μιλά Αραμαϊκά, αλλά η γλώσσα της περσικής αυτοκρατορίας εξαφανίστηκε στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο. Εδώ ο μη Αιγύπτιος έπρεπε να μιλήσει τα Ελληνικά για να επιβιώσει. Ωστόσο, μπορούσε όχι μόνο να γίνει Έλληνας στην ψυχή, αλλά και επίσης πολίτης μιας ελληνικής πόλης.

Η νέα πόλη του Αλεξάνδρου χρειαζόταν εργάτες και έτσι συγκεντρώθηκαν μετανάστες από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας. Φανταστείτε, λοιπόν, ποια έκταση πήρε η πολιτισμική ανταλλαγή σε αυτή την γωνιά της γης κατά την συγκεκριμένη περίοδο. Ο Αλέξανδρος είχε μεταφέρει ήδη Εβραίους από τη Σαμάρεια στην Αίγυπτο και οι εκστρατείες του Πτολεμαίου Α΄ στην Παλαιστίνη έφεραν ακόμα περισσότερους Εβραίους ως αιχμαλώτους και σκλάβους. Στον πρώτο Π.Κ.Ε. αιώνα ο Φίλων υπολόγισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Αλεξάνδρειας σε 1.000.000 ψυχές περίπου. Αν οι αριθμοί του αληθεύουν, τότε οι Ιουδαίοι της Αλεξάνδρειας ξεπερνούσαν αριθμητικά τους κατοίκους της Ιουδαίας. Ωστόσο, ένας τέτοιος αριθμός είναι μάλλον υπερβολικός. Οι σύγχρονοι ιστορικοί υπολογίζουν το συνολικό πληθυσμό στον αριθμό των 300.000. Το πιθανότερο είναι ότι αυξήθηκε σε ένα εκατομμύριο στους ρωμαϊκούς χρόνους.

Μακκαβαίοι
«Και πολλοί από Ισραήλ ευδόκησαν τη λατρεία αυτού και έθυσαν τοις ειδώλοις και εβεβήλωσαν το σάββατον» (Μακκαβαίων Α΄ α΄: 43).

Είναι άξιον απορίας το πόσο γρήγορα οι Εβραίοι στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο σταμάτησαν την Αραμαϊκή και υιοθέτησαν την ελληνική γλώσσα. Ο εξελληνισμός των Ιουδαίων, επιβεβλημένος δια διατάγματος, μόλυνε τη γλώσσα τους, τα ήθη και τα έθιμά τους και τελικά την θρησκεία τους. Στην Παλαιστίνη και την Βαβυλώνα τα Εβραϊκά παρέμειναν προφορική γλώσσα. Η προφορική παράδοση στα Αραμαϊκά ήταν επαρκής. Αλλά στην Αίγυπτο η γνώση των Εβραϊκών έγινε σταδιακά απόλυτα αναγκαία, καθώς υπήρξε μια έντονη έλξη της ελληνικής λογοτεχνίας προς αυτή την κατεύθυνση. Το Τορά έπρεπε να γίνει προσιτό στα Ελληνικά, τόσο για θρησκευτικούς όσο και για ακαδημαϊκούς λόγους.

Η ιστορία των Εβδομήκοντα, όπως αποκαλείται η ελληνική μετάφραση των Γραφών καλείται, αναφέρεται στις Επιστολές του Αριστέα . Ένας αιγύπτιος Εβραίος, ο Αριστέας, μας λέει ότι ο Πτολεμαίος Β΄ ο Φιλάδελφος (285-247 Π.Κ.Ε.) προσκάλεσε μια ομάδα εβδομήντα δύο μελετητών για να μεταφράσει τον Νόμο των Εβραίων για να συμπεριληφθεί στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο (ΙΙ:4-5) ζητήθηκε από τον αρχιερέα των Ιουδαίων να στείλει έξι πρεσβύτερους από κάθε φυλή, εκείνους μάλιστα που γνώριζαν καλά τον Νόμο, έτσι ώστε να είναι ακριβής η ερμηνεία του περιεχομένου του. Είναι απίθανο να είναι αληθινή αυτή η ιστορία, καθώς η μετάφραση των εβδομήκοντα βρισκόταν αποκλειστικά στα χέρια των Ιουδαίων, μέχρι τουλάχιστον την εμφάνιση του χριστιανικού κόσμου στο προσκήνιο και δεν ξέρουμε καν εάν κατατέθηκε στη μεγάλη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Αλλά εν πάση περιπτώσει, η Παλαιά Διαθήκη ήταν πλέον διαθέσιμη στον ελληνόφωνο πληθυσμό, εβραϊκό και εθνικό.

Αντιμέτωποι με τις ελληνικές ιδέες, οι Εβραίοι προσπάθησαν να συνδυάσουν τις ελληνικές διανοητικές αξίες με τις εβραϊκές ηθικές ανησυχίες. Η εβραϊκή λογοτεχνία αυτής της περιόδου -Απόκρυφη και Αποκαλυπτική- χαρακτηρίζεται από τούτη την μετάβαση. Η βεβαιότητα των παλαιότερων χρόνων έχει αντικατασταθεί πλέον από την αμφιβολία και το σκεπτικισμό και η έμφαση μετατοπίζεται στην «προσωπική ευσέβεια, την ανταμοιβή και την τιμωρία, την ανάσταση, την αθανασία και το μεσσιανισμό. Ο Εκκλησιαστής (εβραϊκά Κοχελέθ, ο δάσκαλος), που γράφτηκε ανάμεσα στο 250 και το 200 Π.Κ.Ε., αγγίζει περισσότερο την φιλοσοφία του Επίκουρου παρά τον ενθουσιασμό του Θεού της Βίβλου. Ο συγγραφέας γράφει πως έψαξε στην σοφία και την ευχαρίστηση για να βρει τη λύση στα αινίγματα της ζωής, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα πως όλα είναι μάταια, (ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης). Για αυτόν το πρόβλημα της ζωής είναι η ανθρώπινη σχέση με το Θεό. Ολοκληρώνει λέγοντας, «Φοβού τον Θεόν, και φύλαττε τας εντολάς αυτού, επειδή τούτο είναι το παν του ανθρώπου».

Εξαιτίας της ακραίας καταπίεσης των Εβραίων υπό τη δεσποτεία των Σελευκιδών, κατά την διάρκεια του δεύτερου Π.Κ.Ε. αιώνα προέκυψε ένας τύπος λογοτεχνίας γνωστός ως αποκαλυπτικός. Οι ελπίδες των πιστών ενισχύθηκαν από τα οράματα ενός λαμπρού μέλλοντος, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε κάθε καταπιεζόμενο λαό, και στράφηκαν στην ελπίδα της έσχατης κρίσης και της ανάστασης, στην ελπίδα ενός Μεσσία που θα ερχόταν να σώσει τους ανθρώπους του.

Οι Εβραίοι φιλόσοφοι προσπάθησαν να συμφιλιώσουν την εβραϊκή ηθική και την ηθική με την ελληνιστική λογική ικανότητα. Ο Φίλων ο Ιουδαίος, γνωστός επίσης και ως Φίλων της Αλεξάνδρειας ήταν ιουδαίος φιλόσοφος της ελληνιστικής περιόδου και καταγόταν από μια από τις πλουσιότερες οικογένειες στην Αίγυπτο. Η εκπαίδευσή του ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στις ιερές γραφές όσο και στην ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφία. Το έργο του περιέλαβε τη μεταφυσική, την ηθική και τα βιβλικά σχόλια. Ο Φίλων θεώρησε ότι η θεότητα του εβραϊκού νόμου ήταν η βάση της αληθινής φιλοσοφίας. Πίστευε ότι ο Ιουδαϊσμός ήταν μια παγκόσμια θρησκεία και έτσι πολλά από τα έργα του στρέφονται στην αλληγορική ερμηνεία της Γένεσης και την ανάλυση του νόμου του Μωυσή για τους Εθνικούς.

Ο Εβραίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος έζησε από το 38 – 107 και έγραψε δύο σημαντικά έργα: «Περί του Ιουδαϊκού πολέμου» και «Ιουδαϊκή Αρχαιότητα». Το πρώτο μισό του βιβλίου επαναλαμβάνει την βιβλική ιστορία, με κάποια συμπύκνωση και καλλωπισμό, αλλά όταν γράφει για την ελληνιστική περίοδο στηρίζεται σε επίσημες αρχεία και διάφορους συγγραφείς της ελληνιστικής περιόδου όπως είναι ο Βηρωσσός και ο Μανέθων, ενώ για την επανάσταση των Μακκαβαίων στηρίζεται στο Μακκαβαίων Α΄.

Το Μακκαβαίων Α΄ και Β΄ τμήμα των Απόκρυφων, είναι οι κύριες πηγές μας για την περίοδο πριν και κατά την διάρκεια της Ασμόνειας εξέγερσης. Η Ασμόνεια εξέγερση ήταν μια ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση, που οδήγησε σε μια σύντομη, αλλά σημαντική ανεξαρτησία τους Εβραίους της Παλαιστίνης, πριν την τελική ρωμαϊκή κυριαρχία. Την εξέγερση καθοδήγησε η οικογένεια του ιερατικού τάγματος των Ασμοναίων κατά τον δεύτερο αιώνα Π.Κ.Ε. και ήταν μια λαϊκή κατ’ ουσίαν προσπάθεια για θρησκευτική ανεξαρτησία και πολιτική αυτονομία. Ήταν μια σύγκρουση μεταξύ των Εβραίων της Παλαιστίνης και των Σελευκιδών, οι οποίοι απείλησαν τους Εβραίους και τη θρησκεία τους. Εν τέλει η εξέγερση των Ασμοναίων έφερε την τελευταία αληθινή ανεξαρτησία για το εβραϊκό έθνος, καθώς προσέλκυσε επίσης την προσοχή της Ρώμης, της δύναμης που έθεσε τέλος στην εβραϊκή ανεξαρτησία και διασκόρπισε τους Εβραίους. Το βιβλίο Μακκαβαίων Α΄ αναφέρεται συνοπτικά στην ιστορία της ελληνικής αυτοκρατορίας από τον Αλέξανδρο έως τον Αντίοχο Δ΄ τον Επιφανή. Το υπόλοιπο του βιβλίου ασχολείται με την περίοδο της επανάστασης των Μακκαβαίων, ως το θάνατο του Σίμωνα (135 Π.Κ.Ε.). Το Μακκαβαίων Β΄ περιγράφει τις νίκες του Ιούδα Μακκαβαίου. Περιλαμβάνει επίσης στις αφηγήσεις του εκτός από αγγέλους, θαύματα και την ιδέα της ανάστασης εκ νεκρών και τα γεγονότα πριν από την επανάσταση. Πρακτικά είναι η μόνη πηγή από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε υλικό για τις επιπτώσεις του διατάγματοςεξελληνισμού των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ

Μία άλλη αφήγηση, σημαντική για την ερμηνεία των γεγονότων της Ιουδαίας, βρίσκεται στο βιβλίο Σοφία Μπεν Σιράχ (Σοφία Σιράχ). Πρακτικά είναι το μόνο βιβλίο για το οποίο έχουμε γνώση του συντάκτη. Ο εγγονός του μετέφρασε το βιβλίο στα Ελληνικά σε περίπου 132 Π.Κ.Ε., περίπου πενήντα 50 χρόνια μετά τη συγγραφή του από τον Μπεν Σιράχ. Ο Μπεν Σιράχ ήταν ένας λόγιος που αφιέρωσε τη ζωή του στην εκπαίδευση της νεολαίας και στο κήρυγμα της ηθικής. Το βιβλίο του περιέχει αρκετούς υπαινιγμούς και νύξεις για τις δοκιμασίες του ιουδαϊκού λαού κατά το 180 Π.Κ.Ε. Υπαινίσσεται την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των φτωχών και τονίζει το μεγάλο σχίσμα μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών. Κατανοώντας τον πολιτισμικό κίνδυνο του Ελληνισμού, πάλεψε ενάντιά του. Επιδιώκοντας να συγκρατήσει την ιουδαϊκή νεολαία από την οποιαδήποτε έλξη ασκούσε πάνω της ο ελληνιστικός τρόπος ζωής γράφει: «Μην επιδιώκετε να κατανοήσετε αυτό που σας φαίνεται θαυμαστό και μην αναζητάτε ό,τι είναι κρυμμένο από σας». Με τη σειρά του ο Μπεν Σιράχ θεωρεί πως ο «φόβος του Θεού είναι το θεμέλιο όλης της σοφίας».

Οι σύγχρονοι ιστορικοί που εξετάζουν αυτά τα κείμενα, απορούν πόσο εξελληνισμένοι ήταν οι Εβραίοι στην πραγματικότητα. Δυστυχώς τα έργα των μεγάλων ιστορικών της ελληνιστικής περιόδου έχουν χαθεί και όσα σώζονται είναι αποσπασματικά. Οι περισσότερες από τις πηγές των σύγχρονων ιστορικών στηρίζονται σε ιουδαϊκά κείμενα, που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την επανάληψη της βιβλικής ιστορίας και την εξιστόρηση των γεγονότων από την άποψη του αν ήταν καλά ή κακά ενώπιον του Θεού. Αν κάποια ιστορική αναφορά δεν ήταν τμήμα της εβραϊκής «κανονικής» λογοτεχνίας, οι ραβίνοι δεν ενδιαφέρονταν για την διατήρησή της. Για την περίοδο, λοιπόν, μεταξύ του τέταρτου αιώνα και της πρώιμης χριστιανικής εποχής, οι μελετητές στηρίζονται στα απόκρυφα βιβλία, τα οποία διατηρήθηκαν σε ελληνικές και λατινικές μεταφράσεις από τους πρώτους χριστιανούς πατέρες και είναι πλέον τμήμα της Παλαιάς Διαθήκης στη Βίβλο της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας.

Η συνάντηση
Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι η διαδικασία του εξελληνισμού των Ιουδαίων στην ελληνιστική περίοδο δεν είναι απλή υπόθεση και ότι οι πηγές μας είναι τουλάχιστον ελλιπείς. Η μελέτη της ελληνικής επιρροής στον Ιουδαϊσμό εξελίχθηκε σε έναν ιδιαίτερο ερευνητικό κλάδο, με κάθε μελετητή να έχει τις δικές του απόψεις. Κάποιοι θεωρούν ότι ο εξελληνισμός ήταν βαθύς, άλλοι τον θεωρούν επιφανειακό, ενώ κάποιοι άλλοι με την σειρά τους θεωρούν πώς υπάρχει αλήθεια και στις δύο θέσεις. Η αλήθεια είναι πως στις αγροτικές περιοχές που είχαν ελάχιστη επαφή με τον ελληνικό κόσμο, ο αντίκτυπος ήταν αμελητέος. Εκεί η ζωή συνέχισε αμετάβλητη την πορεία της, αδιάφορη για τις κοσμογονικές αστικές αλλαγές. Τον μεγαλύτερο πολιτισμικό αντίκτυπο τον άσκησε η ελληνιστική σκέψη στις μεγάλες πόλεις. Κάθε ελληνική πόλη είχε το γυμνάσιό της, και την σχολή της ρητορικής της (που σημαίνει λογοτεχνία, τέχνη και πολιτική). Το γυμνάσιο ήταν το κοινωνικό κέντρο για όλη την πόλη, ειδικά για τους νεαρούς άνδρες. Οι ευσεβείς Εβραίοι προσβάλλονταν στη θέα των γυμνών αθλητών και από τα ελληνικά παιχνίδια ή την ποίηση που απαγγελλόταν. Παρόλα αυτά ο Ελληνισμός διαδόθηκε, τουλάχιστον μεταξύ των πλούσιων Εβραίων και των νέων αριστοκρατών.

Δυστυχώς, η πολιτική ιστορία δεν μπορεί να μας βοηθήσει και πολύ εξαιτίας της αποσπασματικής φύσης των πηγών μας, οι κυριότερες από τις οποίες είναι το Α΄και Β΄ βιβλίο των Μακκαβαίων. Αδιαμφισβήτητα, όμως, έχουμε να κάνουμε με την συνάντηση δύο πολιτισμών και όπως συμβαίνει με κάθε συνάντηση δεν υπάρχει μόνον επίδραση του ενός προς τον άλλον. Υπάρχει αλληλεπίδραση και τα αποτελέσματά της είναι ορατά στη θρησκευτική μετεξέλιξη του ελληνικού κόσμου. Το σημαντικότερο επίτευγμα της ασμόνειας εξέγερσης ήταν η σύνθεση του Ελληνισμού και του Ιουδαϊσμού, αυτό που ο Bickerman αποκαλεί «ήπιο εξελληνισμό». Οι ηγέτες της υιοθέτησαν ελληνικά ονόματα, ενώ τα νομίσματα ήταν δίγλωσσα, και στα Ελληνικά και τα Εβραϊκά. Κατά τη διάρκεια αυτής ακριβώς της περιόδου η εβραϊκή θρησκευτική κοινότητα διαιρέθηκε σε τρεις θρησκευτικές σέκτες, τους Εσσαίους, τους Φαρισαίους και τους Σαδουκαίους.

Τούτη η αλληλεπίδραση είχε κατά την άποψή μας ένα διπλό πρόσωπο. Αρχικά εισήγαγε την ελληνική σκέψη -για την ακρίβεια την ελληνιστική σκέψη- στην ιουδαϊκή ηθική και κατόπιν την ιουδαϊκή ηθική στην ελληνική σκέψη. Η πολιτισμική επιβολή των διαδόχων του Αλεξάνδρου στην Παλαιστίνη αντιστράφηκε σε πολιτισμική επιρροή των Ιουδαίων στον ελληνικό κόσμο, ιδιαίτερα στις περιόδους ωρίμανσης της χριστιανικής θρησκείας. Δημιουργήθηκε έτσι μια ενότητα, ένα περίεργο κράμα ελληνικής και ιουδαϊκής σκέψης. Τούτο το κράμα, εκρηκτικό εν τη γενέσει του, όπως ήταν φυσικό επηρέασε όλο τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Το τι έμαθαν τώρα οι δύο λαοί από τούτη τη συνάντηση είναι αμφίβολο. Άλλωστε, μέχρι σήμερα παραμένουν τα άτακτα παιδιά της ιστορίας, γεμάτα εγωπάθεια, αυταρέσκεια και προγονολατρεία. Το μέλλον θα δείξει αν μπορούν να βιώσουν την ίδια συνάντηση στο μέλλον με διαφορετικούς όρους, ωφέλιμους πιθανώς για το σύνολο της ανθρωπότητας.

Βιβλιογραφία
Bartlett, James R., (1985), Jews in the Hellenistic World, Cambridge: Cambridge University Press.
Green, Peter, (1993), Alexander to Actium: The Historical Evolution of the Hellenistic Age. Berkeley, University of California Press.
Momigliano, Arnaldo, (1975), Alien Wisdom The Limits of Hellenization. Cambridge: Cambridge University Press.
Peters, F. E. (1970), The Harvest of Hellenism, A History of the New East from Alexander the Great to the Triumph of Christianity. New York, Simon Schuster.
Tcherikover, Victor, 1970, Hellenistic Civilization and the Jews. New York: Atheneum.

© 2003-2004 K. Καλογερόπουλος

Διαβάστε εκτός σύνδεσης: