Λούκιος Απουλήιος o Πλατωνικός

Κ. Καλογερόπουλος (MA) in Anthropology:

Ο Λούκιος Απουλήιος, ο επιλεγόμενος Πλατωνικός και Σοφιστής, (π. 123 – π. 170), υπήρξε φιλόσοφος, ποιητής και ρήτορας. Γεννημένος από πλούσιους γονείς[1] στη Μαδαύρα -το Μ ΄Νταουρούς της σημερινής Αλγερίας. Τμήμα του βασιλείου του Σύφαξ αρχικά η Μαδαύρα δόθηκε στους Ρωμαίους από τον σύμμαχό τους Μασινίσα. Έτσι έγινε μία από τις ρωμαϊκές βορειοαφρικανικές αποικίες και αναπτύχθηκε κάτω από την κυριαρχία των Αντωνίνων. Ο πατέρας του Απουλήιου ήταν ο ένας εκ των δύο αρχόντων της πόλης, το μεγαλύτερο δικαστικό αξίωμα στη Μαδαύρα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Απουλήιος έγινε στη θέση του άρχων, κληρονομώντας ταυτόχρονα τμήμα της πατρικής περιουσίας που ανερχόταν στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 2 εκατομμυρίων σηστερσίων.

Ο Απουλήιος είναι γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό περισσότερο από το έργο του Μεταμορφώσεις ή ο Χρυσός Γάιδαρος, όπως έγινε γνωστό από την εποχή του Αυγουστίνου. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ταξίδεψε πολύ ως νέος[2] και μορφώθηκε στην Καρχηδόνα, την Ελλάδα και τη Ρώμη. Στην Καρχηδόνα, παιδί ακόμη, διδάχθηκε τη γραμματική και τη ρητορική. Τις σπουδές του τελειοποίησε στην Αθήνα, όπου ήρθε για να μάθει την ελληνική γλώσσα, αλλά στην πορεία του χρόνου, μελετώντας φιλολογία, ρητορική, ποίηση και φιλοσοφία, απ’ ό,τι φαίνεται κέρδισε το δικαίωμα να αποκαλείται πλατωνικός φιλόσοφος[3]. Η Ρώμη μάλλον δεν του άρεσε καθόλου, είτε γιατί ήταν ιδιαίτερα πολυπληθής και πολύβουη, ή γιατί δεν είχε σωστούς διδάσκαλους[4]. Παρόλο που η Μαδαύρα ήταν ευημερούσα ρωμαϊκή αποικία, ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του μισό Νουμιδό και μισό Γαιτουλιανό, καθώς η γενέτειρά του βρισκόταν ανάμεσα στα σύνορα των δύο βασιλείων, της Νουμιδίας και της Γαιτουλίας.

Καθώς οι ερευνητές θεωρούν τον Χρυσό Γάιδαρο τουλάχιστον εν μέρει αυτοβιογραφικό, υποθέτουμε ότι το πλήρες όνομά του ήταν Λούκιος Απουλήιος ή Αππουλήιος, το όνομα του πατέρα του Θησέας και το όνομα της μητέρας του Σάλβια. Αν συνεχίσουμε την υπόθεση, γνωρίζουμε, επίσης, ότι η μητέρα του καταγόταν από θεσσαλική οικογένεια και ότι ήταν απόγονος του επιφανούς Πλούταρχου. Άλλες πιθανές πληροφορίες που μπορεί να αντλήσει κανείς από το διήγημα, είναι ότι δεν γνώριζε τα Λατινικά έως ότου έφθασε στη Ρώμη. Το πιθανότερο, ωστόσο, είναι πως ήταν δίγλωσσος από την παιδική του ηλικία. Γόνος πλούσιας οικογένειας, πρέπει να γνώριζε τουλάχιστον τα Λατινικά και τα τοπικά Καρχηδονιακά, σημιτική διάλεκτο, αν και ο ίδιος ισχυρίζεται ότι μητρική του γλώσσα ήταν τα Ελληνικά

Επιχείρησε αρκετά ταξίδια στην Ανατολή, προκειμένου να σιγάσει το πάθος και τηn δίψα του για γνώση και την αληθινή θρησκεία. Για αυτό το σκοπό –όντας στην Ελλάδα- ζήτησε και κατόρθωσε να μυηθεί στην θρησκευτική διδασκαλία και τα ελληνικά μυστήρια. Αργότερα το ίδιο έκανε και στη Ρώμη, όπου έμεινε για αρκετό καιρό εργαζόμενος ως συνήγορος. Εκεί το 153 έγραψε και τις Μεταμορφώσεις του. Απ’ ό,τι φαίνεται κατόρθωσε σε λίγο σχετικά χρονικό διάστημα να ξοδέψει στα ταξίδια του την πατρική περιουσία, αφού έπρεπε να πουλήσει και τα ρούχα του ακόμη για να μυηθεί στα μυστήρια της Ίσιδας και του Οσίριδος. Αργότερα επέστρεψε στην πατρίδα του και νυμφεύθηκε μια πλούσια χήρα την Αιμιλία Πουντεντίλα από την Οία, μια από τις τρεις πόλεις της αφρικανικής Τρίπολης.

Ο Σινίκιος Ποντιανός, ένας νεαρός φίλος του από τη σχολή των Αθηνών, προσκάλεσε τον Απουλήιο να επισκεφθεί τη μητέρα του, μια πλούσια χήρα που ονομαζόταν Αιμιλία Πουντεντίλα. Η Πουντεντίλα είχε προσβληθεί μάλλον από χρόνια κατάθλιψη και οι γιατροί της είχαν συστήσει ως θεραπεία τον γάμο. Ο Ποντιανός ήθελε ο νέος σύζυγος της μητέρας του να είναι άνθρωπος της δικής του επιλογής και επέμενε να γίνει ο Απουλήιος πατριός του. Η Πουντεντίλα δεν ήταν ούτε νέα ούτε όμορφη, αλλά ήταν ενάρετη, ευγενής και πολύ πλούσια. Με την σειρά του ο Απουλήιος είχε ξοδέψει το μεγαλύτερο κομμάτι της πατρικής κληρονομιάς σε ταξίδια και μελέτες ή δώρα σε δάσκαλους και φίλους. Αποφάσισε, λοιπόν, να νυμφευθεί τη χήρα.

Όμως, πριν τον γάμο, ο Ποντιανός είχε παντρευτεί την κόρη κάποιου Ρουφίνου, ο οποίος περισσότερο εποφθαλμιούσε το μερίδιο της περιουσίας που θα κληρονομούσε από την εύπορη χήρα. Φυσικό ήταν λοιπόν να αντιτίθεται στον γάμο του Απουλήιου με την Πουντεντίλα. Ο Ρουφίνος άσκησε τέτοια επιρροή στον Ποντιανό, ώστε ο παλιός συμμαθητής του Απουλήιου άλλαξε γνώμη και αντιτέθηκε με την σειρά του στον γάμο. Η Πουντεντίλα, όμως, επέμενε στην απόφασή της να παντρευτεί τον Απουλήιο, παρά τις διαμαρτυρίες του γιου της και του πεθερού του. Λίγο μετά τον γάμο ο Ποντιανός πέθανε και στην θέση του ο Ρουφίνος βρήκε συμπαραστάτη, στα σχέδια του να καταστρέψει τον Απουλήιο, τον θείο του γαμβρού του Αιμιλιανό.

Ισχυρίστηκαν ότι ο Απουλήιος ήταν μάγος, ότι είχε δηλητηριάσει τον Ποντιανό και ότι είχε χρησιμοποιήσει σκοτεινές τέχνες για να κερδίσει την εύνοια της Πουντεντίλας. Και ως να μην έφθαναν οι χαρακτηρισμοί, τον έσυραν στα δικαστήρια με την κατηγορία της μαγείας. Το δικαστήρια έγινε στη Σαβράτα το 168 ενώπιον του Κλαύδιου Μάξιμου ανθύπατου επί αυτοκράτορος Αντωνίνου του Ευσεβούς. Το δικαστήριο έγινε και η αιτία να γραφεί η Απολογία του ή pro se de magia liber, όπως είναι ο ακριβέστερος τίτλος του βιβλίου. Απ’ ό,τι φαίνεται ο Απουλήιος δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα για την έκβαση της δίκης και ρίχτηκε με ενθουσιασμό στην όλη υπόθεση, που την έβλεπε ως ευκαιρία επίδειξης της γνώσης και της ρητορικής του τέχνης.

Η κύρια κατηγορία της γοητείας κατά της Πουντεντίλας ήταν μάλλον γελοία και ο Απουλήιος απάντησε εύκολα: «Εκπλήσεσθε για το γεγονός ότι μια γυναίκα παντρεύεται μετά από 13 χρόνια χηρείας, αλλά η πραγματική απορία είναι γιατί έμεινε ανύπανδρη τόσο καιρό. Προσποιήστε λέγοντας ότι μόνο η μαγεία θα μπορούσε να ωθήσει μια χήρα στα χρόνια της να παντρευτεί έναν νέο άνδρα, αλλά αυτή είναι ακριβώς η περίπτωση για την οποία η μαγεία θα ήταν περιττή». Προφανώς ο Απουλήιος αθωώθηκε, αλλά την ίδια στιγμή χάθηκαν και τα ίχνη του. Ήλθε και πάλι στο προσκήνιο αργότερα στην Καρχηδόνα, όπου έλαβε το ανώτατο ιερατικό αξίωμα sacerdos provinciae, ιδρύοντας μάλιστα και αγώνες (iudi sacerdotates).

Πολυγραφότατος ως συγγραφέας και διάσημος ως ρήτωρ, ο Απουλήιος εμφανιζόταν συχνά δημόσια, με αποτέλεσμα να εγερθούν αγάλματα προς τιμήν του τόσο στην Καρχηδόνα, όσο και σε άλλες πόλεις. Εκτός από ιερέας του Ασκληπιού, του θεού της ιατρικής, έγινε και ιερέας της Ίσιδας και του Όσιρι, εξαιτίας της μεγάλης του αγάπης προς την αιγυπτιακή θεά, ορατή στο έργο του Χρυσός Γάιδαρος. Ο Λακτάντιος γράφει ότι οι πρώιμοι παγανιστές διανοητές θεωρούσαν τον Απουλήιο μέγα θαυματουργό και τού απέδιδαν θαύματα ίσα ή μεγαλύτερα από εκείνα του Χριστού. Μια γενιά αργότερα ο Αυγουστίνος απορούσε αν ο Χρυσός Γάιδαρος αναφερόταν σε πραγματικά γεγονότα ή ήταν απλά ένα παραμύθι

Corpus
Από τα πολλά έργα του Απουλήιου μόνο τέσσερα θεωρούνται αδιαμφισβήτητα δικά του: το De Magia [ Περί της Μαγείας ] (επίσης γνωστό ως Απολογία) και το διάσημο διήγημά του Asinus Aureus [Ο Χρυσός Γάιδαρος ] (ή Μεταμορφώσεις, βιβλία 11). Επίσης θεωρείται δικό του το De deo Socratis, (Ο Θεός του Σωκράτη), που δέχθηκε την επίθεση του Αγ. Αυγουστίνου[5] και το Florida [Ανθηρά], ανθολογία των λόγων που εκφώνησε περιερχόμενος τις διάφορες πόλεις. Δύο άλλα έργα που η απόδοσή τους στον Απουλήιο αμφισβητείται είναι τα De Dogma Platonis [Περί του Δόγματος του Πλάτωνος ] και De Mundo Liber [Περί Κόσμου], μια μετάφραση της ελληνικής πραγματείας Περì Κόσμου που αποδίδεται στον Αριστοτέλη. Έργα που λέγεται ότι γράφτηκαν από τον Απουλήιο, αλλά δεν διασώζονται, είναι τα De arboribus (Περί των δένδρων), De medicinalibus (Περί των φαρμακών); De proverbiis (Περί των παροιμιών), De republica (Περί της δημοκρατίας); Epitome historiarum (Επιτομή ιστοριών), Eroticus (Ερωτικός), Hermagoraς, (Ερμαγόρας), Ludicra (Παίγνια), Phaedo, μετάφραση του πλατωνικού διαλόγου περί της αθανασίας της ψυχής και Quaestiones conviviales (Ζητήματα εορταστικά).

Η μαγεία στην εποχή του Απουλήιου
Όταν o Απουλήιος κλήθηκε σε δίκη για μαγεία το έτος 158, σε διάφορα σημεία της απολογίας του αναφέρθηκε στις παραδόσεις της μαγείας στις ελληνικές και ρωμαϊκές κοινωνίες, ως να ήταν κάποιο ένα απόμακρο φαινόμενο. Εκείνο στο οποίο δεν αναφέρθηκε, κατά την άποψή μας, ήταν το γεγονός ότι η μαγεία στην εποχή του υπήρξε -σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των σύγχρονων ερευνητών- τμήμα της καθημερινής ζωής, κάτι που αναπόφευκτα αντιμετώπιζαν όλοι όσοι παρευρίσκονταν στην δίκη, από τον δικαστή Κλαύδιο Μάξιμο ως τους σκλάβους που παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες. Αν και είναι σχετικά λίγα τα στοιχεία περί των μαγικών πρακτικών στην ρωμαϊκή βόρεια Αφρική, ωστόσο αυτά που έχουν έρθει στο φως είναι αρκετά για να πιστοποιήσουν την άποψή μας. Και μόνον το γεγονός ότι ο Απουλήιος -όντας υψηλό στέλεχος της ρωμαϊκής κοινωνίας- κατηγορήθηκε για μαγεία, αρκεί για να κατανοήσουμε την ανησυχία που προκαλούσε η μαγεία ως φαινόμενο, που θα μπορούσε να εκδηλωθεί εξίσου και να επηρεάσει οποιαδήποτε κοινωνική τάξη.

Σε όλη την ρωμαϊκή αυτοκρατορία η μαγεία και οι μάγοι ήταν ορατά τμήματα της κοινωνίας. Σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής ήταν πολύ πιθανό να αντιμετωπίσει κανείς περιπτώσεις μαγείας. Στις αγορές, στα δημόσια λουτρά, στον ιππόδρομο τριγυρνούσαν αστρολόγοι, οιωνοσκόποι, βοτανοθεραπευτές και μάντεις, έτοιμοι να πουλήσουν την πραμάτεια τους, να ψάλλουν τις επικλήσεις τους και να επιλύσουν οποιοδήποτε ορατό και αόρατο πρόβλημα. Μέσα στα δάση, σε κατάλληλα διασκευασμένα κτήρια ή ακόμη εντός των τειχών του οίκου, η μαγεία ήταν παρούσα. Οποιοσδήποτε μπορούσε να αναθέσει σε ένα γραφέα της χάραξη μιας μολύβδινης πινακίδας, ενός κατάδεσμου και να την χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς του ή να αναθέσει το έργο σε κάποιον μάγο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι αρκετά σπίτια είχαν χαραγμένο σε λίθο ή σε μωσαϊκά το genius loci, το πνεύμα φύλακα του τόπου της οικίας.

Βέβαια, η μαγεία δεν μπορεί να ήταν διαρκώς στα μυαλά των ανθρώπων εκείνης της εποχής, την ίδια στιγμή όμως δεν ήταν και κάτι απόμακρο. Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι τόσο των αρχαϊκών κοινωνιών όσο και των κοινωνιών της κλασικής, της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής περιόδου. Στην πραγματικότητα η πίστη στη μαγεία συνέχισε αδιάλειπτα τον δρόμο της στο μεσαίωνα, παρόλη την επίθεση που δέχθηκε από τον χριστιανικό κόσμο. Ο πλούτος των αρχαιολογικών ευρημάτων δείχνει μάλιστα ότι η ταυτότητα των μάγων ήταν γνωστή, αλλά αυτό δεν αποκλείει την άσκηση της μαγείας κατ’ οίκον από ανθρώπους που κατείχαν μαγικά εγχειρίδια και προσπαθούσαν με μαγικούς τρόπους να επιλύσουν τα προβλήματά τους.

Φαίνεται ότι η ενασχόληση με την μαγεία δεν αφορούσε μόνον σε ατομικά προβλήματα, αλλά και σε κρατικές υποθέσεις. Το έτος 175 ο Αβίδιος Κάσιος ξεσήκωσε την Ανατολή ενάντια στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Το γεγονός φαίνεται πως απασχόλησε αρκετούς αξιωματούχους και ανάμεσά τους και τον Σεπτίμιο Σεβήρο, ο οποίος ανησυχώντας για το μέλλον ζήτησε της βοήθεια ενός αστρολόγου, (mathematicus), που ζούσε σε μια πόλη των ρωμαϊκών επαρχιών της βόρειας Αφρικής. Ο αστρολόγος, καταστρώνοντας το ωροσκόπιο και βλέποντας ένα λαμπρό μέλλον, δεν πίστεψε ότι αφορούσε στον Σεπτίμιο Σεβήρο. Του ζήτησε λοιπόν να αποκαλύψει για ποιο πρόσωπο είχε ζητήσει την πρόβλεψη. Όταν Ο Σεβήρος του ορκίστηκε ότι το ωροσκόπιο αφορούσε εκείνον, ο αστρολόγος του αποκάλυψε τα μελλούμενα[6] .

Ο διασημότερος ίσως από τους χριστιανούς πατέρες της βόρειας Αφρικής, ο Αγ. Αυγουστίνος, συμβουλευόταν αστρολόγους, αλλά αρνήθηκε να εμπλακεί σε οποιεσδήποτε μαγικές πρακτικές. Στο αυτοβιογραφικό του έργο Confessions, αναφέρει πως κάποτε τον πλησίασε ένας μάγος για να του προσφέρει επ’ αμοιβή την βοήθειά του για κάποιο διαγωνισμό απαγγελίας, στον οποίο επρόκειτο να συμμετάσχει ο κατοπινός άγιος. Ο Αυγουστίνος αρνήθηκε την βοήθεια του μάγου, ο οποίος πιθανώς προτίθετο να κατασκευάσει έναν κατάδεσμο, προκειμένου να δέσει την γλώσσα των ανταγωνιστών του και να τον βοηθήσει να κερδίσει τον διαγωνισμό. Αλλού ο Αυγουστίνος περιγράφει και τη συνάντησή του με μάντεις και διορατικούς. Παρόλο που καταγράφει το γεγονός ότι οι δυνάμεις τους τον εντυπωσίασαν, ποτέ δεν αναζήτησε τις υπηρεσίες τους[7]. Το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορετικοί χρήστες της μαγείας δημιουργεί ένα ζήτημα για το πώς χρησιμοποιούμε τη φαινομενικά απλή λέξη «μάγος», η οποία στη σημερινή εποχή μάλλον χρησιμοποιείται ως κατηγορία, παρά για να επιδείξει τις ικανότητες ή τις δυνατότητες ενός ανθρώπου να ολοκληρώνει και να υλοποιεί αυτά που έχει κατά νου. Ο επαγγελματίας εκείνης της εποχής που έβγαινε στην αγορά σε αναζήτηση πελατείας , σίγουρα μπορούσε να αποκληθεί μάγος. Εκείνος, όμως, που χρησιμοποιούσε την μαγεία βλαπτική ή φυλακτήρια, είτε για να παραπλανήσει κάποιον ή για να προστατευθεί στη διάρκεια μιας δίκης μπορεί να αποκληθεί μάγος; Μάλλον όχι. Ο συγκεκριμένος είναι ένας χρήστης της μαγείας, που ακολουθεί πιθανώς τις οδηγίες κάποιου μαγικού εγχειρίδιου από εκείνα που ήταν δημοφιλή κατά την αρχαιότητα.

Συγκρινόμενη με άλλες περιοχές της Μεσογείου, ειδικά την Αίγυπτο, η βόρεια Αφρική κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής περιόδου δεν φαίνεται να είναι το «επίκεντρο» ιδιαίτερων μαγικών δραστηριοτήτων. Δεν υπάρχουν αρκετές αναφορές από τους ρωμαίους συγγραφείς για τη βόρεια Αφρική ως κέντρο μαγείας, όπως υπάρχουν για την Αίγυπτο, για παράδειγμα[8]. Ωστόσο, είναι αρκετές οι αρχαιολογικές και φιλολογικές μαρτυρίες για να μας δείξουν ότι η μαγεία ήταν παρούσα, και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα στοιχεία για να αναδημιουργήσουμε εν μέρει το ρόλο της μαγείας στην κοινωνία της ρωμαϊκής βόρειας Αφρικής στην εποχή του Απουλήιου.

Αν και υπάρχει έλλειψη πληθώρας φιλολογικών αναφορών για την μαγεία στην ρωμαϊκή βόρεια Αφρική, τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι τέτοια που επιβεβαιώνουν ότι η μαγεία χρησιμοποιείτο σε αρκετές περιστάσεις. Τα στοιχεία βέβαια είναι λίγο μονόπλευρα, αφού οι κατάδεσμοι, συνήθως χαραγμένοι σε μέταλλο[9], επεβίωσαν, ενώ τα φυλακτήρια και τα τάλισμαν -γραμμένα σε χαρτί- καταστράφηκαν με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, οι κατάδεσμοι και τα φυλακτήρια που ανασκάφτηκαν έως τώρα, μάς παρέχουν αρκετές πληροφορίες για τους σκοπούς και τον ρόλο που έπαιξε η μαγεία για την ρωμαϊκή κοινωνία της Β. Αφρικής.

Πάνω από 100 κατάδεσμοι έχουν ήδη δημοσιευθεί και είναι ουσιαστικά η πηγή από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες. Όσον αφορά στο κοινωνικό status αυτών που μετέρχονταν τέτοιου είδους μέσων, φαίνεται πως είναι εκείνο των συνηθισμένων ανθρώπων, αν κρίνουμε από τα ονόματα που εμφανίζονται στα κείμενα[10]. Η πλειοψηφία των καταδέσμων μάς έρχεται από την Καρχηδόνα και χρονολογούνται συνήθως από τον 3ο αι. αν και αρκετοί βρέθηκαν επίσης στο Hadrumetum (το σημερινό Σούσε), ένα λιμάνι περίπου 85 χλμ. νότια της Καρχηδόνας. Ένα μικρό τμήμα τους αποκαλύφθηκε σε άλλες ρωμαϊκές πόλεις της ίδιας εποχής. Το κείμενά τους είναι ενδεικτικά των διαφόρων τύπων. Τα κείμενά τους είναι ενδεικτικά των μαγικών δεσμών που απαντώνται συνήθως σε μολύβδινες πινακίδες. Από τους 120 περίπου κατάδεσμους που δημοσιεύτηκαν από την περιοχή της βόρειας Αφρικής, οι περισσότεροι σχετίζονται με ανταγωνισμό αθλητών –κυρίως αρματοδρομίες- και αγώνες μονομάχων. Οι υπόλοιποι χρησιμοποιήθηκαν για ερωτική μαγεία ή για το δέσιμο της γλώσσας του αντίδικου ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς και για επαγγελματικό ανταγωνισμό.

De magia
Η μαγεία, για τους σύγχρονους διανοητές είναι πιθανώς μια έννοια απροσδιόριστη. Στην πραγματικότητα κανένας από τους ορισμούς που έχουν κατατεθεί ως σήμερα δεν έτυχε παγκόσμιας αποδοχής, αν και κάποιοι από όλους κατά την άποψή μας προσεγγίζουν περισσότερο στην αλήθεια[11]. Ο λόγος τούτης της σύγχυσης είναι η επίμονη προσπάθεια των ακαδημαϊκών να διαχωρίσουν την μαγεία από την θρησκεία και από την επιστήμη. Ωστόσο, η μαγεία εξαιτίας του μεγάλου χρονικού της βάθους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη τόσο με την θρησκεία, όσο και με την επιστήμη. Αυτό που στους πρωτόγονους λαούς ήταν γνωστό ως μαγεία ούτως ή άλλως βρήκε τον τρόπο να παγιωθεί ως θρησκεία, ως νόμος, ως επιστήμη[12]. Βέβαια, τούτη η διασύνδεση ανάμεσα στο νόμο και την επικράτεια της μαγείας δεν είναι καινοφανής και δεν παρουσιάζεται μόνον στην ρωμαϊκή επικράτεια της εποχής του Απουλήιου. Οι καταβολές της είναι πανάρχαιες και οι ρίζες της αντλούνται από την σχέση της κοινότητας ή του ατόμου με την ιδέα του tabu, του απαγορευμένου, που ούτως ή άλλως αποτελεί και το ουσιαστικό περίβλημα, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η ιδέα του νόμου.

Ένας επιπλέον παράγοντας που υπεισέρχεται εδώ είναι η χρήση της γλώσσας και οι ψυχοειδείς μηχανισμοί που την καθιστούν ένα δυναμικό εργαλείο, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η συμπαθητική μαγεία στις πρωτόγονες κοινωνίες, έτσι όπως την περιγράφει ο Frazer στο έργο του Ο Χρυσός Κλώνος. Ο πρωτόγονος άνθρωπος που πίστευε στη δύναμη της «συμπαθητικής μαγείας» και προσπαθούσε να γονιμοποιήσει την γη, θάβοντας σύμβολα γονιμότητας, χρησιμοποιούσε ανάλογα σύμβολα για να εξαναγκάσει τα άλλα μέλη της κοινότητας σε δράση προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Οι καταπασσαλεύσεις[13] ή οι κατάδεσμοι[14], οι μαγικοί πάπυροι στην Αίγυπτο και την Ελλάδα ή οι ρωμαϊκοί defixiones, είναι απλά τα μέσα για την άσκηση αυτού του είδους της μαγείας.

Η ανθρωπολογική έρευνα στην επικράτεια του μύθου και της πρώιμης θρησκευτικής συνείδησης υποδεικνύει ότι η μαγεία είναι ένα από τα θεμέλια πάνω στα οποία πάτησε ο άνθρωπος και άρχισε να αναπτύσσει κάποιες από τις ξεχωριστές του διανοητικές ικανότητες, σε μια προσπάθεια να ελέγξει το άμεσο και έμμεσο περιβάλλον του ψυχολογικά, κοινωνικά και φυσικά. Διατηρούμενο ανά τους αιώνες, σε διαφορετικές εποχές, το ποτάμι της μαγείας άλλαξε την κοίτη του, δίχως όμως να αλλάξει το περιεχόμενό του. Είναι φυσικό λοιπόν το γεγονός ότι είναι παρούσα στην εποχή του Απουλήιου, όντας μάλιστα δικαιοπρακτικός παράγων. Αντίθετα από τους Έλληνες που δεν διέθεταν συγκεκριμένους νόμους, το ρωμαϊκό δίκαιο προέβλεπε την κατηγορία της μαγείας και μπορούσε να σύρει άνδρες επιφανείς, όπως ο Απουλήιος να απολογηθούν ενώπιον του δικαστηρίου. Τούτη η αντίφαση ανάμεσα στην ενσωμάτωση της μαγείας στην ρωμαϊκή κοινωνία από την μία και την ποινικοποίησή της από την άλλη είναι πιθανώς η ισχυρότερη απόδειξη για την δύναμή της, στην εποχή που δραστηριοποιήθηκε ο Λούκιος Απουλήιος, ο αποκαλούμενος Πλατωνικός και Σοφιστής.

Βιβλιογραφία
Βακαλούδη Α., (2001), Η Εξέλιξη της Μαγείας από την Αρχαιότητα έως τους Πρώτους Χριστιανικούς Αιώνες, Αθήνα: Κ έδρος:
Betz, Hans D. (ed.), (1986), The Greek Magical Papyri in Translation, including the Demotic spells. Chicago.
Dodds, E.R., (1973), Supernormal Phenomena in Classical Antiquity, στο The Ancient Concept of Progress, Oxford.
Frazer, sir James, The Golden Bough, (e-text at Project Gutenburg).
Gager, J., (1992), Curse Tablets and Binding Spells from the Ancient World, (New York & Oxford,
Georg, L., (1985), Arcana Mundi: Magic and the Occult in the Greek and Roman Worlds, Baltimore.
Harison J. E., (1996) Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας: Αρχαίες ελληνικές γιορτές, Ιάμβλιχος: Αθήνα.
Μαραβέλια Α. Α., (2003), Η μαγεία στην αρχαία Αίγυπτο, Αθήνα: Iάμβλιχος.
Helm, R., (1910), Floridorum, Teubner.
Rives, J. B., (1995), Religion and Authority in Roman Carthage from Augustus to Constantine, Oxford: Oxford University Press.

Παραπομπές – Σημειώσεις
[1] Apologia, 23
[2] Στο ίδιο
[3] Helm, (1910), σ. 33
[4] Απουλήιου, Μεταμορφώσεις, πρόλογος
[5] Αυγουστίνου, Επιστολαί, 137.13
[6] SHA Septimius Severus, II.8-9; Loeb trans
[7] Περί των αστρολόγων βλ. Αυγουστίνου, Confessions IV.3. Για τον μάγο βλ. το ίδιο. IV. 2.3. Για τον Αυγουστίνο και τους μάντεις βλ. Dodds, (1973), σσ. 173-6.
[8] Μαραβέλια , (2003), σσ. 87-101
[9] Κυρίως μόλυβδο.
[10] Rives, (1995), σ. 198.
[11] Frazer, e-text at project Gutenburg
[12] Harison, 1996), σ. 193.
[13] Βακαλούδη, (2001), σ. 78.
[14] Από το ρήμα καταδώ που σημαίνει δένω στέρεα.

© 2004 Κ. Καλογερόπουλος

Διαβάστε εκτός σύνδεσης: