Ρομαντισμός και Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Ανδρονίκη Μαστοράκη, (MSc) στην Συστηματική Φιλοσοφία:

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής και επηρεάζει με το ποιητικό και το κριτικό του έργο αλλά και με τις γλωσσικές του επιλογές την πορεία των πνευματικών πραγμάτων του Ελληνισμού. Στην παρούσα μελέτη, αρχικά, θα διατρέξουμε εν τάχει τα στάδια εξέλιξης της ποιητικής παραγωγής του Σολωμού. Κατόπιν θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε την επίδραση που άσκησε ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός στην Επτανησιακή ποίηση, χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς τα αποσπάσματα 1-3 και 6 του Β΄ Σχεδιάσματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού.

Εισαγωγή
Η εποχή που ξεκινά με την Επανάσταση του 1821 θέτει εκ των πραγμάτων σε ένα νέο πλαίσιο τα λογοτεχνικά πράγματα του Ελληνισμού. Η πνευματική παραγωγή του νεοελληνικού Διαφωτισμού, οι διαμάχες νεωτεριστών και συντηρητικών και το πρόβλημα της επιλογής της γλώσσας που θα χρησιμοποιεί για τη λόγια παραγωγή καθορίζουν το πνευματικό τοπίο. Επιπλέον, τα γεγονότα του Αγώνα κινητοποιούν συνειδήσεις, συγκινούν και ερεθίζουν την ευαισθησία νέων διανοούμενων που προέρχονται από τα αγγλοκρατούμενα πλέον νησιά του Ιονίου. Διαμορφώνεται ένα πνευματικό ρεύμα που καταλήγει στη συμπύκνωση πολλών και διαφορετικών στοιχείων, όπως αυτά συναντώνται στο πολιτισμικό σταυροδρόμι των Επτανήσων. Η παράδοση της κρητικής αναγέννησης του 17ου αιώνα και του Ερωτόκριτου, όπως αυτή μεταφέρθηκε στα Ιόνια νησιά από Kρήτες μετανάστες μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς, οι απηχήσεις του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που φτάνουν εύκολα κάτω από το καθεστώς της Bενετοκρατίας, οι πολιτικές εξελίξεις μετά τη Γαλλική Επανάσταση και βέβαια οι πρώτες απηχήσεις της ρομαντικής ποίησης διαμορφώνουν τους ορίζοντες μιας νέας γενιάς ποιητών στις αρχές του 19ου αιώνα. Πρόκειται για τους ποιητές της Επτανησιακής Σχολής, οι οποίοι γράφουν στην καθομιλουμένη, αντιτασσόμενοι στην αρχαΐζουσα και αποκαθαρμένη γλώσσα που επικράτησε στην Αθήνα, και συνθέτουν το γλωσσικό τους πρότυπο χρησιμοποιώντας στοιχεία τόσο από τη λόγια παράδοση όσο και από τη λαϊκή, τη δημώδη γλώσσα. Τα θέματά τους αντλούνται από τους εθνικούς αγώνες αλλά και από σκηνές και προβλήματα της καθημερινής ζωής και των προσωπικών σχέσεων.

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής και επηρεάζει με το ποιητικό και το κριτικό του έργο αλλά και με τις γλωσσικές του επιλογές την πορεία των πνευματικών πραγμάτων του Ελληνισμού. Στην παρούσα μελέτη, αρχικά, θα διατρέξουμε εν τάχει τα στάδια εξέλιξης της ποιητικής παραγωγής του Σολωμού. Κατόπιν θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε την επίδραση που άσκησε ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός στην επτανησιακή ποίηση, χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς τα αποσπάσματα 1-3 και 6 του Β΄ Σχεδιάσματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού.

Στάδια εξέλιξης της σολωμικής ποίησης
Στα 1818 ο Διονύσιος Σολωμός επιστρέφει από την Ιταλία, όπου πραγματοποιούσε τις σπουδές του, στην πατρίδα του, τη Ζάκυνθο. Ξεκινά έτσι η “περίοδος της Ζακύνθου” μια από τις πιο δημιουργικές του ποιητή[1]. Αρχίζει να ενδιαφέρεται για την ελληνική γλώσσα, για τη μελέτη της οποίας κατευθύνεται στην αναζήτηση της λαϊκής δημιουργίας και της απλής γλώσσας, στους ντόπιους ποιητές και στο δημοτικό τραγούδι. Τα πρώτα του ποιήματα στην ελληνική γλώσσα είναι λυρικά και κρίνονται ως απλά ή αφελή, τόσο ως προς τη θεματολογία τους – αγνός έρωτας και θάνατος – όσο και ως προς την μορφή τους[2]. Με τα πρώτα αυτά λυρικά ποιήματα ολοκληρώνεται το 1823 το πρώτο στάδιο στην εξελικτική πορεία του έργου του. Το δεύτερο στάδιο, που θα διαρκέσει μέχρι το 1826, συντελείται κάτω από την επίδραση των γεγονότων της Επανάστασης που έχει ήδη ξεσπάσει στην Πελοπόννησο και τη Ρούμελη. Συνθέτει δύο εκτενείς ύμνους και μερικά ποιήματα, με κύριο θέμα την αγάπη για την πατρίδα και τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Την ίδια εποχή γίνονται τα πρώτα σχεδιάσματα για δύο από τις πιο σημαντικές ποιητικές συνθέσεις του, τον Λάμπρο (1823) και τους Ελεύθερους Πολιορκημένους (1826)[3]. Βρισκόμαστε ήδη στο τρίτο στάδιο της ποιητικής του εξέλιξης, οπότε παρατηρούμε την πρώτη προσπάθεια για την σύνθεση ενός εκτενούς, καθαρά ρομαντικού, συνθετικού ποιήματος. Στην Γυναίκα της Ζάκυθος γραμμένη μεταξύ 1826 και 1833 περιγράφεται το δράμα των γυναικών προσφύγων του Μεσολογγίου, όχι όμως με την ηρωική πνοή των άλλων σχετικών ποιημάτων του. Πρόκειται για ένα έργο, που σηματοδοτεί το τέταρτο στάδιο του έργου του Σολωμού, το οποίο χαρακτηρίζεται ως «εφιαλτική σάτιρα σε πεζό»[4]. Το 1828 ο ποιητής πηγαίνει στην Κέρκυρα όπου θα παραμείνει μέχρι το θάνατό του στα 1857. Από το 1833 και μετά θα εισέλθει, λοιπόν, στην περίοδο της ωριμότητάς του[5] – το πέμπτο και τελευταίο στάδιο της πορείας του έργου του –, η οποία χαρακτηρίζεται από την μαθητεία του Σολωμού στα έργα ευρωπαίων, κυρίως γερμανών, ρομαντικών ποιητών. Η μαθητεία αυτή οδηγεί στη δημιουργία μιας ιδιάζουσας ποιητικής «με ειδοποιά στοιχεία την οργανική ανάπτυξη, την απαράμιλλη λυρικότητα, τα υψηλά νοήματα, τη σύζευξη της ποίησης με τη φιλοσοφία»[6]. Τα στοιχεία αυτά είναι και τα βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονής του αισθητικής και φιλοσοφικής σκέψης, όπως εκφράστηκε μέσα από το κίνημα του ρομαντισμού. Η επεξεργασία του Β΄ Σχεδιάσματος των Ελεύθερων πολιορκημένων εδράζεται στα έτη 1833 έως 1844 περίπου[7]. Η χρονολογία επεξεργασίας του, αφενός, και η έντονη απήχηση των ρομαντικών στοιχείων, όπως θα τα παρουσιάσουμε αναλυτικότερα παρακάτω, αφετέρου, μας οδηγούν στο να εντάξουμε το έργο αυτό στην ώριμη περίοδο του Σολωμού.

Ρομαντισμός και Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Τα κύρια χαρακτηριστικά του ρομαντικού κινήματος, όπως αυτά παρουσιάζονται επιγραμματικά από τον Βελουδή[8], είναι ο άκρατος ιδεαλισμός και η εξιδανίκευση της τέχνης και του καλλιτέχνη, ο αντικλασικισμός και η άρνηση του κανόνα, η καταφυγή στη θρησκεία, στο παρελθόν και στη φύση, τ’ όνειρο και τ’ ονειροπόλημα, το πάθος, η σύζευξη της ποίησης με τη μουσική, της λογοτεχνίας με την τέχνη και τη φιλοσοφία, κ.ά.. Ταυτόχρονα, ένα από τα κύρια γνωρίσματα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού είναι η επιστροφή στις ρίζες των ευρωπαϊκών εθνικών πολιτισμών, ανακαλύπτοντας τη “λαϊκή ψυχή” των περιφρονημένων κατά κανόνα ως τότε λαών.

Ο λαϊκισμός αυτός εκδηλώνεται, σε ένα πρώτο επίπεδο, με την συλλογή, μελέτη και αξιοποίηση των προϊόντων της λαϊκής παράδοσης, όπως αυτό γίνεται φανερό στους Ελεύθερους Πολιορκημένους με την χρήση λέξεων παρμένων από τη ντοπιολαλιά [λ.χ. βουνάκι (στ. 2.3), γκόλφι (στ. 6.18) κ.ά.]. Το δεύτερο επίπεδο εκδήλωσης του λαϊκισμού εκφράζεται με την στροφή στη γλώσσα του λαού, τη δημοτική[9]. Στους Ελεύθερους πολιορκημένους αυτό γίνεται φανερό από την πρώτη κιόλας ανάγνωση. Το ποίημα είναι γραμμένο στη δημοτική γλώσσα, σε ιαμβικό ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο. Η στιχουργική αυτή επιλογή φανερώνει και την επιρροή της κρητικής ποίησης και της δημώδους παράδοσης[10].

Ένα άλλο στοιχείο, δηλωτικό της ρομαντικής επίδρασης, που φανερώνεται με την πρώτη ματιά, είναι η αποσπασματικότητα του ποιήματος. Το “απόσπασμα” και το “ημιτελές έργο” αποτελούν «δύο από τις χαρακτηριστικότερες, και θεωρητικά υποδομημένες, πραγματώσεις του ευρωπαϊκού, ιδιαίτερα του γερμανικού ρομαντισμού»[11]. Μεγαλύτερη σημασία, για τον ρομαντικό Σολωμό, έχει η δημιουργική διαδικασία και όχι το συνθετικό αποτέλεσμα[12]. Συνεπικουρώντας, η παρεμβολή των στοχασμών του ποιητή ανάμεσα στα αποσπάσματα ανταποκρίνεται στην πίστη των ρομαντικών για την σύζευξη της φιλοσοφίας με την τέχνη. Δημιουργείται, έτσι, ένα αξεδιάλυτο κράμα ποίησης και φιλοσοφίας[13].

Προχωρώντας από τα μορφολογικά στα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, δεν αργούμε να αντιληφθούμε το επικό/αφηγηματικό πλαίσιο του ποιήματος, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται άφθονα δραματικά στοιχεία (λ.χ. ο μονόλογος του Σουλιώτη στους στίχους 1.5-6), και τον έντονο λυρισμό του. Με αυτόν τον τρόπο ο Σολωμός εφαρμόζει την αρχή της ανάμειξης των διαφορετικών ειδών και εκφραστικών στοιχείων, όπως την είχαν διακηρύξει οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ρομαντικοί ποιητές[14].

Μια ανάλογη ανάμειξη βρίσκουμε καθώς εμβαθύνουμε στην θεματολογία του ποιήματος. Αυτή την φορά πρόκειται για την ρομαντική ιδέα της πρόσμειξης του “κωμικού” με το “τραγικό”, του “φοβερού” με το “εύθυμο”, όπως λ.χ. φαίνεται στους ακόλουθους στίχους (2.1-2):
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν κι γελούνε,
Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Αναγνωρίζουμε εδώ την μαθητεία του Σολωμού στην εγελιανή διαλεκτική, το «διαλεκτικό παιχνίδι των –ανταγωνιστικών– αντιθέσεων»[15]. Όπως θα διακηρύξει ο Hugo, στο Μανιφέστο του ρομαντισμού, η ολοκληρωμένη ποίηση βρίσκεται «στην αρμονία των αντιθέτων»[16]. Ένα άλλο παράδειγμα διαλεκτικής σύλληψης και εκτέλεσης φανερώνεται στην ηχητική αντίθεση του 3ου αποσπάσματος των Ελεύθερων πολιορκημένων: ο ήχος της σάλπιγγας των πολιορκημένων αντιπαρατίθεται στον ήχο της σάλπιγγας των πολιορκητών. Συγχρόνως με την βασική αυτή αντίθεση αναπτύσσονται και οι επιμέρους αντιθέσεις: η σάλπιγγα που ηχεί αδύναμα στο ένα στρατόπεδο και δυνατά στο άλλο, η θλίψη των πολιορκημένων και η χαρά των πολιορκητών[17]. Αλλά και η ηχώ καθεαυτή, ως μουσικό μοτίβο, παραπέμπει στην ρομαντική ιδέα περί συγχώνευσης της ποίησης με τη μουσική[18]. Καθαρότερα, όμως, η εγελιανή διαλεκτική αποδίδεται στην σύζευξη των αντιθέσεων “ελεύθεροι” και “πολιορκημένοι” στον τίτλο του ποιήματος[19]. Βλέπουμε, δηλαδή, εδώ την «σκληρή αντίθεση ανάμεσα στην εσωτερική ελευθερία και την εξωτερική φυσική αναγκαιότητα»[20], για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του Hegel.

Οι Μεσολογγίτες, εντούτοις, δεν είχαν να παλέψουν μόνο με τους πολιορκητές. Είχαν να παλέψουν και με την πείνα (στ. 1.3: Τα μάτια η πείνα εμαύρισε• στα μάτια η μάνα μνέει) και τις αρρώστιες, αποτέλεσμα της πολύμηνης πολιορκίας. Κορυφώνοντας την τραγωδία, η ανοιξιάτικη φύση, σε όλο της το μεγαλείο, έρχεται να τους υποβάλλει σε μια ακόμη δοκιμασία, φέρνοντας τη δειλία και το δισταγμό στις ψυχές τους (στ. 2.3-13). Εδώ αναγνωρίζουμε την επίδραση ενός άλλου ρομαντικού, του Schiller, ο οποίος διατεινόταν (όπως και οι περισσότεροι γερμανοί ρομαντικοί) τον διαχωρισμό ψυχής-σώματος, υποστηρίζοντας ότι η ηθική δύναμη του ανθρώπου εκδηλώνεται μόνο όταν αυτός πέσει σε μεγάλη δυστυχία[21].

Έτσι και οι πολιορκημένοι κάτοικοι του Μεσολογγίου αγωνίζονται ενάντια στην ομορφιά και την ζωντάνια της ανοιξιάτικης φύσης αφενός, και τις καταστρεπτικές δυνάμεις του εχθρού αφετέρου, για να επιτύχουν την πραγματική ελευθερία: την ελευθερία της ψυχής. Η φύση, εξάλλου, αποτελεί για τους ρομαντικούς ποιητές τον καθρέφτη της ψυχής• «μιλάει στον άνθρωπο, στον καλλιτέχνη, στον ποιητή με “χίλιες φωνές”»[22] (στ. 2.11: Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει). Ο ρομαντικός ποιητής εμπνέεται από την φύση για να εκφράσει τόσο τον εσωτερικό-ψυχικό κόσμο (στ. 2.14: Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της) όσο και την εξωτερική-κοινωνική πραγματικότητα[23]. Στο ίδιο απόσπασμα, εξάλλου, αναγνωρίζουμε και την τεχνική της “συναισθησίας”, την συνύπαρξη δηλαδή ήχων (το βέλασμα των προβάτων, στο στίχο 2.3), εικόνων (τα χρώματα του ουρανού, στο στίχο 3.5) και μυρουδιών (η ευωδιά της πεταλούδας από την ένωσή της με τον άγριο κρίνο, στο στίχο 3.8). Η τεχνική αυτή προέκυψε από το συνδυασμό της ιδέας περί συγχώνευσης της ποίησης με τη μουσική με τη διδασκαλία των ρομαντικών για την ενότητα των αισθήσεων[24].

Από το θεωρητικό οπλοστάσιο του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, και συγκεκριμένα από το αισθητικό δοκίμιο του Schiller Περί αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως[25], θα αντλήσει ο Σολωμός και τον χαρακτήρα του αφελούς πολεμιστή, ο οποίος θυμάται να ακούει «από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, η οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του», σύμφωνα με την περιγραφή του Πολυλά για το 6ο απόσπασμα. Τα λόγια της αγαπημένης, στο απόσπασμα αυτό, παρουσιάζονται στον πολεμιστή μέσα από ένα όνειρο (στ. 6.3: Εκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου). Το όνειρο, και οι παραλλαγές της οπτασίας και του οράματος, αντιπροσώπευαν για τους ρομαντικούς την πύλη που οδηγεί κατευθείαν στ’ άδυτα της ψυχής. «Το όνειρο είναι για τους ρομαντικούς το κύριο φορείο της –ρομαντικής– ποίησης, έτσι ώστε να ταυτίζεται μ’ αυτήν και να γίνεται συνώνυμό της»[26]. Όνειρο και πραγματικότητα συμπλέκονται στους ρομαντικούς σε μια νέα πραγματικότητα. Τελικά, ο πολέμαρχος αποδιώχνει το όνειρο που τον ανάστησε για λίγο (στ. 6.13: Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη) μαζί με την νεκρή αγαπημένη – η οποία αποτελεί ακόμα ένα μοτίβο της ρομαντικής ποίησης[27] – για να ξαναγυρίσει στην σκληρή πραγματικότητα και την αναγκαιότητα του πολέμου.

Βιβλιογραφία
Αναστασιάδου Α. κ.ά., (2000), Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αιώνας), Πάτρα: ΕΑΠ.
Beaton R., (1996), Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, Αθήνα: Νεφέλη.
Βελουδής Γ., (1989), Διονύσιος Σολωμός. Ρομαντική Ποίηση και Ποιητική. Οι γερμανικές πηγές, Αθήνα: Γνώση.
Coleridge S.T., (1994), Biographia Literaria XIV, Ποίηση 4,.
Hugo V., (1981), Το μανιφέστο του ρομαντισμού (πρόλογος στον ‘Κρόμβελ’), Νέα Εστία, 110.
Πολίτης Λ., (2001), Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ.

Διαδίκτυο
Ρομαντισμός, στον διαδικτυακό τόπο: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

Σημειώσεις – παραπομπές
[1] Αναστασιάδου Α. κ.ά., (2000), σ. 64-5.
[2] Πολίτης Λ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ια΄ έκδοση, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2001, σ. 141.
[3] Αναστασιάδου Α. κ.ά., (2000), σ. 65.
[4] Beaton R., (1996), σ. 61.
[5] Αναστασιάδου Α., κ.ά., (2000), σ. 67.
[6] Αναστασιάδου Α., κ.ά., (2000), σ. 79.
[7] Πολίτης Λ., ό.π., σ. 149.
[8] Βελουδής Γ., (1989), Ο επτανησιακός, ο αθηναϊκός και ο ευρωπαϊκός Ρομαντισμός, στην ιστοσελίδα Κόμβος.
[9] Βελουδής Γ., (1989).
[10] Αναστασιάδου Α. κ.ά., (2000), σ. 49.
[11] Βελουδής Γ., (1989), σ. 390.
[12] Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει και ο F. Schlegel: «Το ρομαντικό είδος ποίησης βρίσκεται ακόμα εν τω γίγνεσθαι• αυτό είναι μάλιστα η αληθινή του ουσία, ότι δεν μπορεί παρά να γίνεται αιώνια, χωρίς να τελειώνεται ποτέ», στο Βελουδής Βελουδής Γ., (1989), σ. 391.
[13] Όπως χαρακτηριστικά θα διακηρύξει ο Coleridge «ένα ποίημα ενός ορισμένου μήκους, ούτε μπορεί ούτε οφείλει να είναι ποίηση απ’ άκρη σ’ άκρη», Coleridge S.T., (1994), στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
[14] Βελουδής Γ., (1989), σ. 385.
[15] Βελουδής Γ., (1989), σ. 275.
[16] Hugo V., (1981), στην ιστοσελίδα Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. Επίσης, στο ίδιο: «το δράμα που συγχωνεύει κάτω από την ίδια πνοή το γκροτέσκο και το υψηλό, το τρομερό και το μπουφόνικο, την τραγωδία και την κωμωδία, το δράμα είναι ο καθαυτό χαρακτήρας […] της τωρινής λογοτεχνίας».
[17] Βελουδής Γ., (1989),. 276.
[18] Βελουδής Γ., (1989), σ. 317. Επίσης, στο ίδιο, σ. 310-1: «Η επανασύζευξη της ποίησης με την προαιώνια σιαμαία αδελφή της, την μουσική, είναι η ριζικότερη ίσως πράξη του ευρωπαϊκού, ιδιαίτερα του γερμανικού ρομαντισμού στην πορεία του για την άρση και την υπέρβαση της ποίησης και της ποιητικής θεωρίας του ευρωπαϊκού κλασικισμού».
[19] Βελουδής Γ., (1989), σ. 277.
[20] Βελουδής Γ., (1989), σ. 215.
[21] Όπως χαρακτηριστικά θα πει ο Schiller: «Μόνο τότε αποδεικνύεται ολόκληρη η δύναμη του ηθικού νόμου, όταν παρουσιάζεται στον ανταγωνισμό του με όλες τις άλλες φυσικές δυνάμεις και όταν όλες τους χάνουν μπροστά τους την εξουσία τους πάνω σε μια ανθρώπινη καρδιά. (…) Όσο φοβερότεροι οι αντίπαλοι, τόσο ενδοξότερη η νίκη», στο Βελουδής Γ., (1989), σ. 155-6. Βλ. και Beaton R., (1996), σ. 72 και Βελουδής Γ., (1989), σ. 177.
[22] Βελουδής Γ., (1989), σ. 96. Και με τα λόγια του Goethe: «Αυτή [η φύση] δεν έχει ούτε γλώσσα ούτε λόγια, αλλά δημιουργεί γλώσσες και καρδιές, με τις οποίες αισθάνεται και μιλάει». Στο ίδιο, σ. 137.
[23] Βελουδής Γ., (1989), σ. 335-6.
[24] Βελουδής Γ., (1989), σ. 312.
[25] Βελουδής Γ., (1989), σ. 164-5.
[26] Βελουδής Γ., (1989), σ. 301.
[27] Βελουδής Γ., (1989), σ. 307.

© 2004 Ανδρονίκη Μαστοράκη

Διαβάστε εκτός σύνδεσης: