Η Υστερομινωική Έπαυλη της Αγίας Τριάδας

Κ. Πνευματικός, Αρχαιολόγος:
Η μετάβαση από την ΜΜΙΙΙβ προς την ΥΜΙ στην Κρήτη είναι μία περίοδος με μεταβολές όχι εύκολα αναγνωρίσιμες. Η μεσομινωική είναι η περίοδος μεγάλων ανακατατάξεων και συγκλονιστικών καινοτομιών σε όλους τους τομείς της μινωικής ζωής. Η υστερομινωική φάση είναι εκείνη που έρχεται να πραγματώσει τις καινοτομίες αυτές, οδηγώντας το μινωικό πολιτισμό στο απόγειό του και τους κατοίκους του νησιού στο ζενίθ της ευημερίας τους. Σε αυτήν ακριβώς την περίοδο όλες οι μορφές διοικητικού συγκεντρωτικού συστήματος φαίνεται ότι προσλαμβάνουν την τελική τους μορφή: ανάκτορα, μικρά ανάκτορα, πλούσιες αστικές ή αγροτικές επαύλεις. Μία από αυτές που οικοδομείται στις αρχές της ΥΜΙ φάσης είναι η έπαυλη της Αγίας Τριάδας, πολύ κοντά στο ανάκτορο της Φαιστού.

Άποψη της έπαυλης της Αγ. Τριάδας
Άποψη της έπαυλης της Αγ. Τριάδας

Γεωγραφική θέση

Αφήνοντας πίσω το μοναστήρι της Παναγίας Καλυβιανής και περνώντας το χωριό Μοίρες, στο δυτικό τμήμα της κοιλάδας της Μεσσαράς ανοίγεται δεξιά ο δρόμος που οδηγεί στο ανάκτορο της Φαιστού[1]. Συνεχίζοντας για περίπου τρία τέταρτα της ώρας, φτάνει ο επισκέπτης στο πέρασμα του Γεροπόταμου. Με βορειοανατολική κατεύθυνση και περπατώντας για περίπου δέκα λεπτά της ώρας, φτάνει στα ερείπια της διάσημης ΥΜ I έπαυλης της Αγίας Τριάδας. Η Αγία Τριάδα πήρε το όνομά της από ένα παρεκκλήσι που υπήρχε εκεί κοντά. Υπήρξε ένα μινωικό κέντρο της νεοανακτορικής Κρήτης σε απόσταση μόλις 3 χλμ δυτικά του ανακτόρου της Φαιστού. Μολονότι συνηθίζεται να γίνεται λόγος για «έπαυλη», πρόκειται στην ουσία για δύο ξεχωριστά οικήματα (έπαυλη Α και έπαυλη Β) που απλώνονται σε σχήμα «L» κατά μήκος της βόρειας πλαγιάς του λόφου του Αγίου Γεωργίου Γαλατά.[2] Μαζί με τον οικισμό στα βόρεια η κάτοψη αποκτά ένα σχήμα «Ζ». Η θέση της είναι τέτοια που θα επέτρεπε στον μινωίτη κάτοικό της να έχει μια άψογα πανοραμική θέα προς τη θάλασσα μέσω της κοιλάδας του Γεροπόταμου.[3]

Ιστορικό της ανασκαφής
Οι ιταλικές ανασκαφές στην Κρήτη άρχισαν το 1884 με τον αρχαιολόγο Federico Halbherr και εντατικοποιήθηκαν το 1898 με μία αρχαιολογική αποστολή που συγκρότησε και απέστειλε στο νησί η ιταλική κυβέρνηση. Ανάμεσα στα μέλη της αποστολής ήταν και ο μαθητής και συνεργάτης του Halbherr, Louis Pernier, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνση των εργασιών από το 1930 και μετά. Το μέρος των ανασκαφικών εργασιών που αφορούσε στην ευρύτερη περιοχή της κοιλάδας της Μεσσαράς άρχισε το 1900. Από το έτος αυτό και μέχρι την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου ήρθαν στο φως τόσο το ΥΜ ανάκτορο και το νεκροταφείο της Φαιστού όσο και η έπαυλη, ο οικισμός και το νεκροταφείο της Αγίας Τριάδας. Το 1903 ανέλαβε το ανασκαφικό έργο ο R. Paribeni.[4] Κατά τα επόμενα έτη συνέχισαν ο F. Halbherr και ο E. Stefani.[5] Για τα αποτελέσματα των εργασιών αυτών εκδίδονταν ετήσιες δημοσιεύσεις.

Το ανασκαφικό έργο συνεχίστηκε το 1910 με κύρια κατεύθυνση την αποκατάσταση και ενίσχυση των μνημείων καθώς και την ολοκλήρωση της δημοσίευσης των σχετικών μελετών μέχρι το 1914 οπότε και διακόπηκε λόγω της έκρηξης του παγκόσμιου πολέμου. Κατά τη διάρκεια μιας στρωματογραφικής δειγματοληψίας το 1939 στο ιερό στα νοτιοανατολικά της Ανω Πλατείας, ήλθε στο φως ένα δάπεδο διακοσμημένο με ψάρια και έναν πολύποδα.[6] Τέλος, το 1958 πραγματοποιήθηκε η τελευταία έρευνα επιφανείας στην περιοχή της έπαυλης της Αγίας Τριάδας. Παρά το γεγονός ότι ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος των ανασκαφών είχε συντελεστεί ήδη από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα,[7] οι τελικές δημοσιεύσεις για την Αγία Τριάδα δεν εκδόθηκαν παρά μόνο στη δεκαετία του 1980.

Αρχιτεκτονική διάταξη των δωματίων της έπαυλης: Κινητά ευρήματα που βρέθηκαν in situ
Η έπαυλη της Αγίας Τριάδας χωρίζεται σε 2 επιμέρους τμήματα : την κυρίως έπαυλη (villa) στα νοτιοδυτικά και τον οικισμό (villaggio) στα βορειοανατολικά.

Κυρίως έπαυλη (La villa)
Το συγκρότημα της κυρίως έπαυλης βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του συνολικού συγκροτήματος της Αγίας Τριάδας. Σήμερα διατηρούνται μόνο ο ισόγειος όροφος ενώ ο πρώτος που έχει γκρεμιστεί μαρτυρείται από τις εσωτερικές σκάλες που έχουν βρεθεί. Η κυρίως έπαυλη αποτελείται από τα εξής επιμέρους τμήματα: Τα νοτιοδυτικά διαμερίσματα, τα βορειοδυτικά διαμερίσματα, τις αποθήκες, τα ανατολικά διαμερίσματα, το “Avancorpo orientale”[8]

Nοτιοδυτικά διαμερίσματα
Τα νοτιοδυτικά διαμερίσματα είναι μάλλον απλοϊκά και φτωχικά. Οι πίθοι και τα υπόλοιπα αγγεία προορίζονταν προφανώς για οικιακή χρήση και το δάπεδο συνίστατο από πατημένη γη. Στα διαμερίσματα αυτά βρέθηκαν:
Κεραμική
Διάφορα θραύσματα αγγείων
Μικροσκοπικό αγγείο με πόδια
Ποτηρόσχημα κωνικά αγγεία θραυσμένα (scutellia)
Σφαίρες τρυπημένες σε όλο το μήκος της διαμέτρου τους
Λυχνάρι (inv. R. 71906) με δεύτερο εσωτερικό αγγείο (ο Howland υποστηρίζει ότι το δεύτερο λυχνάρι προοριζόταν να περιέχει ζεστό νερό για να εμποδίζει το πάγωμα του λαδιού κατά τους χειμερινούς μήνες)
Πινάκια με γραπτή διακόσμηση
Κυλινδρικό αγγείο με αρ. 3958 με δύο λαβές, προχοή και διακόσμηση από ελικοειδής κύκλους στο κυρίως μέρος του[9]
Ένα πήλινο παγούρι (φλασκί, “pilgrim’s flask”) με αρ. 3940 το οποίο βρέθηκε το 1904 στο δωμάτιο 27. Φέρει ελικοειδή διακόσμηση με κυκλικό ακτινοειδές κόσμημα στη μέση.[10]
Απιοειδές ρυτόν στο δωμάτιο 9
Οινοχόες
Πινάκια
Ειδώλιο γυμνής καθιστής γυναικείας μορφής με αρ. 1804 και ύψος 0,115 μ. Εχει προτεταμένα τα χέρια σε ανοιχτή αγκαλιά και στο κεφάλι που είναι υποτυπωδώς δηλωμένο φέρει ταινία τυλιγμένη σε τρεις βόλτες που πιθανόν να υποδηλώνει πόλο.
Ειδώλιο (inv.C. 1809) με ύψος 0,09 μ με κυλινδρικό φόρεμα.[11] Ο κύλινδρος του σώματος είναι κλειστός στο κάτω μέρος του ειδωλίου.
Ειδώλιο (inv.C. 1808) με ύψος όμοιο με το προηγούμενο με τη διαφορά ότι το κυρίως σώμα είναι πιο πεπλατυσμένο.[12]
Ειδώλιο (inv.C. 1805) με ύψος 0,08 μ. Λείπει το αριστερό χέρι και στο κεφάλι φέρει πόλο ή έχει τα μαλλιά πιασμένα σε ένα μεγάλο βόστρυχο.
Μικρός πίθος από το δωμάτιο 31 με ύψος 0,45 και μέγιστη διάμετρο 0,285 μ. Καταστράφηκε κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Μικρός αμφορέας με λαβές στα χείλη (inv.C. 3939) διακοσμημένος με 3 κατακόρυφες αμαυρόχρωμες ταινίες και ελικοειδή διακοσμητικά μοτίβα.Κωνικό ρυτόν από υπόλευκου χρώματος μάρμαρο (inv.C. 337) από το οποίο λείπει η λαβή. Τα χείλη είναι έκτυπα και φέρουν εγχαράξεις. Μοιάζει πολύ με ένα ανάλογο ρυτόν από τη Ζάκρο (inv.C. 2748)

Χαλκός
Μεγάλη υδρία διακοσμημένη με 3 σφυρήλατες λεπίδες
Αξίνα
Εγχειρίδιο
Αιχμή δόρατος

Λίθος
Εκπληκτικό αγγείο από μαύρο στεατίτη γνωστό ως «αγγείο του αρχηγού» ή «κύπελλο του πρίγκηπα».[13] Σε αυτό, ένας άνδρας που φέρει ξίφος στο ένα χέρι και κάποιο δρεπανόμορφο εργαλείο στο άλλο, προπορεύεται μιας πομπής τριών ανδρών που δείχνουν να κάνουν προσφορά σε μία τέταρτη φιγούρα. Η ραδινή και ευθυτενής αυτή μορφή έχει ερμηνευθεί ως μία σημαντική προσωπικότητα τόσο από το μέγεθός της συγκριτικά με τις άλλες, όσο και από τα κοσμήματα που φοράει (περιδέραια και βραχιόλια).[14] Φαίνεται πως ο καλλιτέχνης έχει δεχτεί επιρροές από αντίστοιχες αιγυπτιακές μορφές σε ταφικές παραστάσεις που παριστάνουν ευγενείς να δέχονται προσφορές. Πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για Μινωίτη αξιωματούχο στον οποίο προσφέρονται δέρματα.
Το περίφημο ρυτό των Θεριστών – Λιχνιστών από μαύρο στεατίτη σε σχήμα αυγού στρουθοκαμήλου παρουσιάζει μια πτυχή της καθημερινής ζωής στην ανακτορική Κρήτη. Ο καλλιτέχνης κατάφερε να απεικονίσει μία πομπή είκοσι ανδρών που μεταφέρουν κάτι που μοιάζει με εργαλείο θερισμού, σε μία ζώνη ύψους μόλις 7,5 εκατοστών. Μπροστά τους τέσσερις τραγουδιστές οδηγούνται από έναν επικεφαλής (καρηκομόων) ντυμένο με ιερατικό μανδύα ο οποίος έχει μακρύ ραβδί ακουμπισμένο στον ώμο. Οι τραγουδιστές παίζουν το μουσικό όργανο «σείστρο». Οι αγρότες μοιάζουν να πηγαίνουν προς τους αγρούς για εργασία ή να επιστρέφουν από αυτούς μετά από μια κοπιαστική μέρα. Σε άλλο σημείο της παράστασης ένας μεθυσμένος πέφτει στο έδαφος. [15] Και εδώ υπάρχει αιγυπτιακή επιρροή καθώς διάφορες αιγυπτιακές παραστάσεις απεικονίζουν αγρότες να καθοδηγούνται από ιερείς ή κρατικούς αξιωματούχους. Επίσης το επίσημο ένδυμα του ιερέα (;)[16] απηχεί επδράσεις από τη Μέση Ανατολή όπου ανάλογου τύπου άμφια ήταν πολύ διαδομένα. Άλλη ερμηνεία της παράστασης θέλει τους άνδρες να παίρνουν την ημερήσια μερίδα τροφίμων που τους αναλογεί, όπως περιγράφουν οι πινακίδες Α’.
Αγγείο απο ασβεστόλιθο

Βορειοδυτικά διαμερίσματα
Τα βορειοδυτικά διαμερίσματα (εικ. 2) είναι ο χώρος απ’ όπου για πρώτη φορά έγινε στρωματογραφική μελέτη στην περιοχή της Αγίας Τριάδας το 1902.[17] Βρίσκεται βόρεια του νοτιοδυτικού διαδρόμου[18] και αποτελείται από 2 ομάδες δωματίων : τα δωμάτια υπηρεσίας (δωμάτια 15, 16, 45, 46, 47) και τα δωμάτια κύριας ενδιαίτησης που διαθέτουν αίθουσες διαμονής και συνεστίασης, διαδρόμους κτλ. , διακοσμημένες με γύψινες πλάκες από τις πιο ωραίες που έχουν βρεθεί σε ολόκληρη την Κρήτη.

Στα διαμερίσματα αυτά βρέθηκαν:
Κεραμική
Διάφορα θραύσματα αγγείων
Κωνικό ρυτόν που βρίσκεται στο Μουσείο Ηρακλείου χωρίς αριθμό ευρετηρίου
Δισκοπότηρα δύο (inv.C. 336 και 339) από άσπρο ασβεστόλιθο. Εχουν συμπαγές πόδι
Απιοειδές αγγείο (inv.C. 2999) από τερακότα με πεπλατυσμένη βάση. Η οπτή γη είναι εξαιρετικής ποιότητας ανοιχτού κοκκινωπού χρώματος. Στο λαιμό υπάρχουν δύο ανάγλυφες λωρίδες.
Υδρία (inv.C. 77252) με ύψος 0,185 μ. Η κοιλιά του αγγείου χωρίζεται σε δύο κύριες διακοσμητικές ζώνες από δύο διπλές ομάδες γραμμών.[19] Στη μία ζώνη υπάρχουν ρόμβοι και καμπύλες γραμμές
Λυχνάρια του γνωστού τύπου της Αγίας Τριάδας με δεύτερο εσωτερικό τμήμα (βλέπε άνω : inv. R. 71906)
Θραύσματα από δίσκο και πινάκιο.[20] Η επιφάνειά τους φέρει γιαλιστερό σκούρο γάνωμα, χαρακτηριστικό των αγγείων της υστεροανακτορικής περιόδου.
Αμφορέας (inv.C. 1674) με ύψος 0,34 με πολλές ομοιότητες με ανάλογους αμφορείς που βρέθηκαν σε διάφορα διαμερίσματα της Αγίας Τριάδας.Σκύφος (inv.C. 3007). Υψος : 0,168 μ, μέγιστη διάμετρος 0,13μ. Καθαρή κόκκινη άργιλος. Ταινίες, ρόδακες και ανθέμια κοσμούν το σώμα του αγγείου.[21]
Μικρή πυξίδα από την οποία λείπει το πώμα. Στο μέσο του αγγείου υπάρχουν δύο λαβές κυκλικές τοποθετημένες οριζόντια.
Πέντε τριποδικοί πύραυνοι (μαγκάλια) με διπλό πυθμένα. Ο άνω πυθμένας έχει στο κέντρο μία μεγάλη τρύπα και γύρω από αυτήν άλλες μικρότερες.
Μία πινακίδα με σύμβολα Γραμμικής Α’.
Πυξίδα από τερακότα (inv.C. 3008) με μία μόνο οριζόντια λαβή. Η άλλη πιθανόν να παραλείφθηκε κατά την αποκατάσταση. Φέρει ανεικονική διακόσμηση (διαγώνιες γραμμές που στις τομές τους σχηματίζουν ρόμβους) που όμως είναι εντελώς πρόχειρη και απεριποίητη. Κοντά στο λαιμό διανθίζεται με συνεχή γλωσσωτά κοσμήματα.[22]
Λυχνάρι με υψηλό κιονωτό πόδι (inv.C. 2983). Υψος : 0,337 μ. από ακάθαρτη οπτή γη κατασκευασμένη στον κεραμικό τροχό. Αποτελεί απομίμηση προτύπου από στεατίτη και μάλιστα από τις αποδόσεις που συναντούμε στην Κρήτη.
Αμφορέας με ψηλό λαιμό (inv.C. 2977) από την αποθήκη 15. Μέγιστο ύψος 0,40 μ. επίσης από ακάθαρτη οπτή γη, με έκτυπο λεπτά δουλεμένο χείλος. Το ραδινό κυρίως τμήμα στενεύει προς τη βάση σε μία περίτεχνη βάση. Ο αμφορέας συνοδευόταν από πώμα με χειρολαβή. Παρόμοιοι αμφορείς έχουν βρεθεί στην Κνωσό, στη Φαιστό και στο Καμηλάρι. Ο Έβανς εξέφρασε την άποψη ότι το σχήμα των αμφορέων αυτού του είδους αντλεί την καταγωγή του από τα αιγυπτιακά αλάβαστρα όπως αποδεικνύει ένα αλάβαστρο που βρέθηκε στο λιμάνι της Κνωσσού, τον Κατσαμπά.[23]

Χαλκός
Μεγάλο οδοντωτό πριόνι. Θυμίζει ανάλογο πριόνι από τη Ζάκρο, έχει όμως μικρότερο πλάτος.
Δύο μικροί διπλοί πελέκεις.
Σμίλες και μικρά εγχειρίδια
Ένα αμφίβολης χρηστικότητας χάλκινο αντικείμενο (inv.C. 1234) σε σχήμα «Υ» ή σχήμα που θυμίζει κέρατα ταύρου. Φέρει στον κορμό αυλάκωση σε σχήμα ρόμβου πιθανόν για κρέμασμα.

Η σαρκοφάγος της Αγ. Τριάδας
Η σαρκοφάγος της Αγ. Τριάδας

Λίθος
Ανάμεσα σε μία αντηρίδα και ένα κίονα του διαδρόμου 11 βρέθηκαν έξι θραύσματα του διάσημου κωνικού ρυτού από στεατίτη (inv.C. 342) με παραστάσεις αγωνισμάτων (εικ. 10). Απεικονίζει με ρεαλιστικό τρόπο σκηνές ταυρομαχίας, πυγμαχίας, πάλης και άλματος. Πιθανόν να βρισκόταν στον πάνω όροφο γιατί σε χώρο υπερκείμενο του διαδρόμου αυτού βρέθηκαν το 1904 άλλα 9 θραύσματα του ίδιου θαυμάσιου αγγείου.
Στους πάγκους των τοίχων του δωματίου 4 (εικ. 5) υπήρχαν πλάκες που σχημάτιζαν «τριγλύφους και μετώπες».
Το πιο διάσημο εύρημα της Αγίας Τριάδας, η περίφημη πολύχρωμη, λίθινη «σαρκοφάγος» βρέθηκε αρκετά έξω από τον κυρίως χώρο της έπαυλης, στην περιοχή των τύμβων στα βορειοανατολικά. Βρέθηκε σε έναν ορθογώνιο λάκκο καλυμμένο με λίθους. Φέρει χαρακτηριστικές παραστάσεις νεκρώσιμης τελετουργίας καθώς και θυσιών και άλλων μινωικών τελετουργικων ιεροπραξιών.
Στη μία από τις δύο μακρές πλευρές μία ιέρεια αδειάζει στο βωμό το αίμα του ταύρου το οποίο μεταφέρεται με κάδους από άλλη ιέρεια. Κάποιος μουσικός παίζει επτάχορδη λύρα. Πιο δίπλα, τρεις άνδρες που είναι ντυμένοι με δέρματα ζώων προσφέρουν στο νεκρό που στέκει μπροστά σε μία είσοδο κτιρίου (πιθανόν ναού), μοσχάρια και ένα ομοίωμα πλοίου.[24]
Στη στενή πλευρά της σαρκοφάγου απεικονίζονται δύο γυναικείες θεότητες που φθάνουν στο ιερό πάνω σε ένα άρμα που το σέρνουν γρύπες.
Σφίγγα από μαύρο στεατίτη που βρίσκεται στο Μουσείο Ηρακλείου. Λυχνάρι από μαύρο στεατίτη (inv.C. 357) με ύψος 0,08 μ και διάμετρο χείλους 0,125 μ. Από τα πλέον όμορφα που έχουν βρεθεί γενικά στην Κρήτη. Φέρει διακόσμηση από ανάγλυφα όστρακα και δύο διακοσμητικές ταινίες στο χείλος.
Αγγείο απο ασβεστόλιθο
Τμήματα επιχρίσματος διακοσμημένου που βρίσκονταν σε τοίχους δωματίου του άνω ορόφου. Τα τμήματα αυτά που τώρα βρίσκονται στο Μουσείο Ηρακλείου είναι υπερβολικά φθαρμένα και καθιστούν πολύ δύσκολη την αναπαράσταση των διακοσμητικών θεμάτων τους.
Λυχνάρι από μαύρο στεατίτη με ύψος 0,08 μ και διάμετρο χείλους 0,125 μ. Από τα πλέον όμορφα που έχουν βρεθεί γενικά στην Κρήτη. Φέρει διακόσμηση από ανάγλυφα όστρακα και δύο διακοσμητικές ταινίες στο χείλος.[25]
Κωνικό ρυτόν (inv.C. 355) με ύψος 0,36 μ. από υπόλευκου χρώματος μάρμαρο με κυανές φλεβώσεις. Οι λαβή είναι αποσπασματική.
Μεγάλο οστρακόσχημο αγγείο από το δωμάτιο 13 (inv.C. 360) που αναπαριστά ένα κοχύλι γένους “dolium”. Είναι από σκουρόχρωμο οψιανό και έχει ύψος 0,15 και μήκος 0,25 μ. Είναι τόσο περίτεχνα κατασκευασμένο που το εσωτερικό κενό τμήμα του αποδίδει πιστά ακόμη και την εσωτερική πλευρά των πτυχώσεων του κοχυλιού. Μάλλον πρόκειται για τη μοναδική παρόμοια περίπτωση απόδοσης ενός ”dodium” ως τώρα στην Κρήτη.
Στα διαμερίσματα των γυναικών και συγκεκριμένα στο δωμάτιο 14 βρέθηκε το 1902 τμήμα της διάσημης τοιχογραφίας «της άγριας γάτας» που κυνηγάει ένα φασιανό.(fig 58). Παρουσιάζει άνθη και φύλλα από κάποια «φυσιοκρατική» σύνθεση καθώς και μία γυναίκα καθισμένη σε ένα κήπο.
Στο δωμάτιο 54 βρέθηκε επίσης ένας «λουτήρας» (;)του οποίου ο προορισμός είναι αβέβαιος. Το μόνο σίγουρο είναι ότι περιείχε υγρό όπως φαίνεται από την επιχρισμένη με ασβεστοκονίαμα εσωτερική κοιλότητά του.

Οι αποθήκες στα ανατολικά των ΒΔ διαμερισμάτων
Οι αποθήκες στα ανατολικά των ΒΔ διαμερισμάτων αποτελούν το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις ανατολικές αποθήκες και τα βοριοδυτικά διαμερίσματα. Χωρίζονται από τον οικισμό στα βόρεια μέσω της Rampa del mare (εικ. 3). Στερούνται επαφής με τα ανατολικά διαμερίσματα και είναι αμφίβολο αν επικοινωνούσαν με τις βόρειες αποθήκες. Οι τοίχοι των αποθηκών αυτών είναι φτιαγμένοι από ακατέργαστη λιθοδομή και δεν φέρουν κανενός είδους τοιχογραφία ή άλλη διακόσμηση. Ο Halbherr διατύπωσε την υπόθεση ότι πιθανόν να αποτελούσαν υπόγειο όροφο σε σχέση με τους υπόλοιπους, όμως δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για κάτι τέτοιο. Κατά χώρoν βρέθηκαν:

Δεκαεννέα μεγάλες ράβδοι χαλκού, αποθηκευμένες σε 5 σωρούς, τον ένα επάνω στον άλλο.
Υπολείματα χρυσού ελάσματος
Επτά αγαλμάτια ανδρικά. Η ανάταση του χεριού στο ύψος του μετώπου έχει μάλλον λατρευτικό χαρακτήρα.
Όρθιο γυναικείο ειδώλιο (ύψος 0,08 μ). Και τα δύο χέρια είναι σε ανάταση και αγγίζουν το μέτωπο.
Δύο μικρά αγαλματίδια που απεικονίζουν ξαπλωμένους τράγους.
Ο προορισμός αυτών των ειδωλίων είναι λατρευτικός και μάλιστα σύμφωνα με τον Nilsson ολόκληρη η αποθήκη που βρέθηκαν (magazzino 17) χρησιμοποιούνταν ως χώρος λατρείας.[26] Ο Halbherr όμως δεν συμφωνεί και υποστηρίζει ότι πρόκειται για αποθήκες φύλαξης υγρών. [27]

Οι βόρειες αποθήκες
Οι βόρειες αποθήκες καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο τμήμα του βόρειου διαδρόμου της έπαυλης. Αποτελούν από μόνες τους ένα ξεχωριστό διαμέρισμα. Το οικοδόμηση των αποθηκών αυτών έγινε σε διαφορετικά επίπεδα στη βόρεια πλαγιά του λόφου. Για τον σκοπό αυτό το τοπικό πέτρωμα («κουσκουράς») έπρεπε να κοπεί μετά την αρχή της κατασκευής της βίλας, όταν είχαν είδη ανεγερθεί τα οικήματα της προανακτορικής και πρωτοανακτορικής περιόδου. Τα κυριότερα ευρήματα των αποθηκών αυτών αποτελούν κυρίως πίθοι διαφόρων μεγεθών και σχημάτων που ήταν τοποθετημένοι κατά μήκος των διαφόρων τοίχων. Άλλα ευρήματα είναι:

Ένα έλασμα χρυσού κυλινδρικής μορφής
Ένας μεγάλος αμφορέας (inv.C. 2969) με ύψος 0,83 μ και μέγιστη διάμετρο 0,225 μ. από ακάθαρτη οπτή γη. Στη βάση είναι διακοσμημένος με 3 ανάγλυφες πλαστικές ταινίες.

Τα ανατολικά διαμερίσματα αποτελούνται από δωμάτια κομψά και προσεγμένα που θυμίζουν, με την ακριβή σχεδίασή τους και την άφθονη χρήση γύψινων πλακών, τα βορειοδυτικά διαμερίσματα. Είναι πιο μικρά και περισσότερο αποκομμένα από τα υπόλοιπα τμήματα της έπαυλης. Γι’ αυτό το λόγο συχνά θεωρούνται «μέγαρον των κυριών» ή «γυναικωνίτης» – χαρακτηρισμός που δεν φαίνεται να αποδίδει σωστά τον πραγματικό προορισμό τους. Τα δωμάτια παρουσιάζουν την τυπική «μινωική» αρχιτεκτονική διάρθρωση : «κύρια αίθουσα – προστώο – δωμάτιο φωτισμού».

Τα διαμερίσματα επικοινωνούσαν με τον άνω όροφο με μία σκάλα. Το επίπεδο στο οποίο βρίσκονταν ήταν ένα και ενιαίο, αντίθετα με τα υπόλοιπα τμήματα της βίλας. Από την άποψη των ευρημάτων, αν εξαιρέσουμε τα μικρά αποθηκευτικά δωμάτια στα δυτικά των διαμερισμάτων, χρηστικά σκεύη ή άλλα αντικείμενα απαντούν σπάνια. Ούτε από τον υποτιθέμενο πάνω όροφο έχουν βρεθεί αντικείμενα πεσμένα στον κάτω και η ύπαρξη αυτού του πάνω ορόφου αποδεικνύεται από την παρουσία της σκάλας 75.

Ευρήματα:
Λυχνάρια από μαύρο στεατίτη (inv.C. 358 & 359) με ύψος 0,065 μ και 0,080 μ. Ο στεατίτης είναι μαύρου-γκρι χρώματος. Φέρει εγχάρακτη διακόσμηση από αυλακώσεις και αναγλυφες ταινίες. Στο βάθος έχουν ένα δισκοειδές πώμα με τρύπα στο κέντρο για το φυτίλι.
Μεγάλο αγγείο λίθινο, σε σχήμα πίθου με δύο κάθετες λαβές.
Αρκετοί δίσκοι από κρύσταλλο υαλλώδους υφής.
Υπολείμματα φύλλων χρυσού
Θυμιατήρι (εσχαρίς) με τρία πόδια (inv.C. 3014) με ύψος 0.188 μ. από ακάθαρτη τερακότα. Στο κέντρο της εσωτερικής του πλευράς έχει ένα μεγάλο εξόγκωμα και ακριβώς από κάτω μία μεγάλη τρύπα. Περιμετρικά γύρω από την τρύπα βρίσκονται άλλες 9 τρύπες, τρεις κοντά σε κάθε πόδι. Η διακόσμηση είναι σε λευκό χρώμα, θαμπό.
Παρόμοιο με το προηγούμενο είναι και το λυχνάρι (inv.C. 71903) από την αποθήκη 72
Επίσης βρέθηκε ένας πύραυνος χειρός (inv.C. 3015) με ύψος 0,114 και συνολικό μήκος (με τη λαβή) 0,35 μ. Περιμετρικά το κυρίως σώμα του πυραύνου συστρέφεται κοντά στο μέρος της λαβής και σηκώνεται προς τα πάνω. Παρόμοια αγγεία βρέθηκαν επίσης στον Κατσαμπά.
Μεγάλο αγγείο σε σχήμα κόλουρου κώνου.
Επίσης σε σχήμα κόλουρου κώνου βρέθηκε και άλλο αγγείο (inv.C. 6739) με ύψος 0,252 μ. με αρκετά προτεταμένη βάση από τερακότα γκριζο-άσπρου χρώματος. Σε αυτό το αγγείο αξιοπρόσεχτη είναι οι διπλές, περίτεχνα δουλεμένες λαβές : το κάτω μέρος τους αρχίζει από το χείλος και καταλήγει λίγο πάνω από τη μέση του αγγείου ενώ το πάνω μέρος τους που ενώνεται με το κάτω ξεκινάει από το κάτω τμήμα των λαβών και διαγράφει κύκλο επάνω από το χείλος.

Το “avancorpo orientale”
Το “avancorpo orientale” βρίσκεται απέναντι από την ανατολική πρόσοψη και είναι σαφώς διαχωρισμένο από αυτήν μέσω της σκάλας 74. Οριοθετείται στα βόρεια από τη βόρεια οδό, ανατολικά από την ανατολική ράμπα, δυτικά από το πέρασμα 74 και νότια από την «άνω Πλατεία».

Ο προορισμός αυτού του οικήματος παραμένει αβέβαιος. Επικρατέστερη άποψη θεωρείται εκείνη που υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια ανοιχτή περιοχή, για μια υπερυψωμένη αυλή και αυτό διότι ο δυτικός τοίχος δεν ήταν αρκετά γερά χτισμένος (λείπει η θεμελίωση) ώστε να μπορεί να υποστηρίζει το βάρος ενός υπερκείμενου ορόφου.[28] Επιπλέον η ύπαρξη του περάσματος 74 που δείχνει να είναι ένα κάπως απομονωμένο και καλυμμένο πέρασμα προσδίδει στο οίκημα έναν χαρακτήρα ανεξαρτησίας από το υπόλοιπο συγκρότημα της έπαυλης.

Αρχιτεκτονική διάταξη του Οικισμού (il villaggio)
Ο οικισμός στα βορειοανατολικά της κυρίως έπαυλης αποτελείται από μικρές ή μεγαλύτερες οικίες και δωμάτια των οποίων τα σπανιότερα και ευτελέστερα ευρήματα καταδεικνύουν ότι αποτελούσαν ενδιαιτήματα αγροτών ή τεχνιτών. Είναι προγενέστερος χρονολογικά της έπαυλης. Μετά την ανέγερση της έπαυλης απέκτησε νέα δυναμική και γνώρισε μεγάλη άνθιση. Οι οικίες και τα δωμάτια είναι δύσκολο να διακριθούν και οριοθετηθούν σαφώς μεταξύ τους καθώς τα διάφορα στρώματα κείνται το ένα πάνω στο άλλο ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τμήματα των τοίχων έχουν χρησιμοποιηθεί σε μεταγενέστερες φάσεις.[29]

Αποτελείται από διάφορες οικίες και δωμάτια όπως :
η οικία του Λέβητα
η οικία των Πήλινων Σφαιρών
το δωμάτιο του μυλώνος (il vano del pistrinum)
η οικία δυτικά του Προμαχώνα (Bastione),
οι οικίες Α, Β (εικ. 7), C
η ανατολική οικία
η οικία βόρεια της ανατολικής οικίας
ο Προμαχώνας (il Bastione).

Από τις παραπάνω, εκείνες που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την άποψη των ευρημάτων που βρέθηκαν κατά χώραν είναι οι εξής :

Η οικία του Λέβητα (casa del lebete)
Η οικία του Λέβητα (casa del lebete) πήρε το όνομά της από τον διάσημο λέβητα [30] που βρέθηκε στο δωμάτιο 7 της οικίας.

Σε αυτήν βρέθηκαν :
Κεραμική
Διάφορα θραύσματα αγγείων πολλά από τα οποία ζωγραφισμένα
Ένας μεγάλος λέβητας
Τέσσερις υδρίες εκ των οποίων οι δύο μεγάλου μεγέθους (περ. 0,60μ)
Πίθοι διαφόρων μεγεθών
Ενας σκύφος
Μία οινοχοϊσκη
Δύο μεγάλοι αμφορείς

Χαλκός
Ένας μεγάλος τριποδικός λέβητας με ύψος 0,53μ, διάμετρο 0,45μ. Στηρίζεται σε τρία πόδια από ελάσματα χαλκού προσκολλημένα στον λέβητα με σφυρηλάτηση.Μία χάλκινη περόνη

Λίθος
Ομοίωμα γυναικείου ενδύματος με ζώνη στη μέση
Θραύσμα κέρνου από στεατίτη

Η οικία των πήλινων σφαιρών
Η οικία των πήλινων σφαιρών βρίσκεται νότια της οικίας του Λέβητα και καλύπτει μία έκταση περίπου 135 μ² έχοντας σχήμα ορθογώνιο. Σε αυτήν ήρθαν στο φως εκτός από υπολείμματα απανθρακωμένου ξύλου τα εξής ευρήματα :

Κεραμική
Διάφορα θραύσματα αγγείων πολλά από τα οποία ζωγραφισμένα, διαφορετικής μάζας και όγκου με τρύπες που τις διαπερνούσαν σε όλη τη διάμετρό τους.
Η οικία αυτή παρουσιάζει αρκετά προβλήματα σχετικά με την χρονολόγησή της: ο βόρειος τοίχος που γειτνιάζει προς την οικία του Λέβητα θα μπορούσε να αποδοθεί εξίσου καλά σε δύο περιόδους. Σύμφωνα με τον L. Banti δύο υποθέσεις είναι δυνατόν να γίνουν: πρώτον, ότι η οικία των σφαιρών οικοδομήθηκε αφού είχε καταστραφεί η οικία του Λέβητα και δεύτερον, ότι και οι δύο οικίες είναι σύγχρονες και ανήκουν χρονολογικά στην περίοδο της έπαυλης της Αγίας Τριάδας.

Το δωμάτιο του μυλώνος (il vano del pistrinum)
Το δωμάτιο του μυλώνος (il vano del pistrinum) βρίσκεται ανατολικά της οικίας του Λέβητα από την οποία διαχωρίζεται από την οδό που κατευθυνόταν από βορά προς νότο.[31] Ονομάστηκε έτσι από δύο μεγάλες μυλόπετρες που βρέθηκαν εκεί. Εκτός από τις μυλόπετρες ήρθαν στο φως ένα αγγείο από τερακότα με ανάγλυφη διακοσμητική ταινία στη μέση, δύο λεκανίδες, μία λεκάνη λίθινη με μεγάλο βάθος καθώς και ένας μικρός πίθος αποσπασματικά διατηρημένος.

Η ανατολική οικία
Η ανατολική οικία ουσιαστικά δεν αποτελεί τμήμα του οικισμού καθώς βρίσκεται πολύ μακριά από αυτήν, στα ανατολικά της πλατείας των ιερών (piazzale dei sacelli) (εικ. 11). Υπάρχουν ενδείξεις ότι καταστράφηκε από πυρκαγιά. Στην οικία αυτή που θεωρείται από τις πιο σημαντικές της Αγίας Τριάδας βρέθηκαν:
Διάφοροι πίθοι κατά μήκος των τοίχων των διαφόρων δωματίων
Ένα ρυτόν (inv. C. 3010) από την αποθήκη της οικίας, χρώματος κόκκινου – κιτρινωπού.
Ένα άμορφο κομμάτι σιδήρου που είχε καμινευθεί.
Ένα στρώμα από μικρά κυάθια και ποτηρόσχημα αγγεία κωνικού σχήματος Ένας ανοιχτός σκύφος

Η οικία βόρεια της ανατολικής
Η οικία βόρεια της ανατολικής είναι μία οικία με ακανόνιστο ορθογώνιο σχήμα με διαστάσεις περίπου 9,50 μ Χ 10,20μ. Σε αυτήν βρέθηκαν:
Δύο υδρίες από τερακότα
Ένα ποτηρόσχημο αγγείο
Ένα ειδώλιο με κυλινδρικό κορμό από το οποίο λείπουν τα άκρα και το κεφάλι.

Ο Προμαχώνας (il Bastione)
Ο Προμαχώνας (il Bastione) αποτελούσε μαζί με το προστώο στα ανατολικά της Piazzale Inferiore, ένα ένιαίο ογκώδες οίκημα χτισμένο πιθανότατα μετά την κατασκευή της έπαυλης. Κατά την ΥΜΙΙβ καταστράφηκε και ξανακατασκευάστηκε ελαφρά τροποποιημένο.[32] Σε ένα από τα δωμάτια του κάτω ορόφου ανακαλύφθηκαν οστά ζώων. Σε άλλο δωμάτιο, στα ανατολικά, η σκαπάνη έφερε στο φως τμήματα τοιχογραφίας του πάνω ορόφου.

Δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποια ήταν η λειτουργία του Προμαχώνα. Προβάλει κάπως ξεκομμένο από το υπόλοιπο τμήμα της έπαυλης στα νότια και οι τοίχοι του έχουν χτιστεί με ογκόλιθους υπερβολικά μεγάλους. Επίσης ένας τοίχος στο κεντρικό τμήμα του προστώου είχε μία κοιλότητα στην οποία (σύμφωνα με τον L. Watrous) θα μπορούσε κανείς να φανταστεί το έδρανο ενός αξιωματούχου που υποδέχεται εμπόρους ή επισκέπτες.[33]

Κατά συνέπεια είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι ο Προμαχώνας αποτελούσε, λόγω της θέσης του σε σχέση με τα υπόλοιπα διαμερίσματα, μία μεγάλη αποθήκη εμπορευμάτων χωρίς να χάνει την οικιστική και διοικητική λειτουργία του.

Παρατηρήσεις και συμπεράσματα
Από όλα τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής: Πιθανώς η Αγία Τριάδα να έπαιζε για τη Φαιστό το ρόλο του «λιμανιού» όπως η Αμνισός για την Κνωσό ή του θερινού ανακτόρου για τον άνακτα της Φαιστού.

Σε μία πινακίδα με Γραμμική Α΄(HT 97a), όπως και στην ανάλογη πινακίδα από την Πύλο (Jn 389) αναφέρεται πριν από έναν κατάλογο 33 τεμαχίων χαλκού που προορίζονταν να μοιραστούν σε 82 τεχνίτες, το όνομα “Ka – nu – ti”. Ο Peruzzi[34] υποθέτει ότι αυτό είναι το μινωικό όνομα για την Αγία Τριάδα καθώς αμέσως πιο κάτω ακολουθεί το όνομα της Φαιστού (Pa – i – to).

Χαρακτηριστική είναι η απουσία λουτρών ή εξαγνιστικών χώρων εκτός και αν ως τέτοιος θεωρηθεί το δωμάτιο 67, σύμφωνα με την άποψη του Halbherr.

Τα δωμάτια νότια του 45 και του 15 θεωρούνται από τον Banti ως ενδιαιτήματα των υπηρετών και του βοηθητικού προσωπικού κι αυτό διότι : α) τα δωμάτια ήταν ομοιόμορφα και τετραγωνισμένα, β) δεν είχαν καθόλου γύψινες πλάκες στους τοίχους γ) βρέθηκε σε αυτά πληθώρα χρηστικών αγγείων και δ) η τοποθεσία τους – αμέσως νότια της μεγάλης κουζίνας (45) και της αποθήκης τροφίμων (15).

Η ανεύρεση 80 υφαντικών βαρών σε θέση που δείχνει ότι δεν τοποθετήθηκαν εκεί αλλά έπεσαν τυχαία, αποδεικνύει την ύπαρξη ορόφου πάνω από τα δωμάτια 11 και 45 τα οποία προφανώς χρησιμοποιούνταν ως εργαστήρια υφαντικής.

Οι πινακίδες με Γραμμική Α’ που βρέθηκαν φανερώνουν την ύπαρξη αρχείων (εικ. 6) εισερχομένων – εξερχομένων αγαθών.

Οι δεκαεννέα ράβδοι χαλκού που βρέθηκαν στις βόρειες αποθήκες πιθανόν να μαρτυρούν την ύπαρξη τοπικής κλίμακας εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας. Πρέπει να έχουν εισαχθεί μάλλον από την Κύπρο. Ο τελικός προορισμός τους πρέπει να ήταν ή για τοπική χρήση ή για μελλοντικό εμπόριο.[35]

Σχετικά με την κεραμική παραγωγή, δύο μεγάλοι κλίβανοι έχουν εντοπιστεί σε έναν λόφο περίπου 60 μ ανατολικά της κυρίως έπαυλης.

Στην Αγία Τριάδα εργάστηκαν τεχνίτες από τις εξής ειδικότητες : κεραμείς, μεταλλουργοί, ξυλουργοί, οικοδόμοι, γραφείς, υφαντές, μάγειροι και αγρότες.Κοινά στοιχεία με άλλες επαύλεις ή ανάκτορα : α) οι δύο κεντρικές επαύλεις (Α και Β) έχουν πολλές ομοιότητες με την Τύλισο. β) η κατώτερη αυλή θυμίζει έντονα την «αγορά» στα βόρεια του ανακτόρου των Μαλλίων και τέλος γ) ο οικισμός στα βόρεια έχει κοινά στοιχεία με το Παλαίκαστρο και τα Γουρνιά.

Μεγάλη διαφορά από ανάκτορα : μολονότι θυμίζει έντονα το Μινωικό Σύστημα Αιθουσών (Minoan Hall System), δεν έχει κεντρική αυλή.

Τελικά τι ήταν η έπαυλη της Αγίας Τριάδας;
Τελικά τι ήταν η έπαυλη της Αγίας Τριάδας και ποιο σκοπό εξυπηρετούσε η παρουσία της στο νευραλγικό σημείο που βρισκόταν; Αποτελούσε άραγε για τον άνακτα – ή τους άνακτες – της Φαιστού ό,τι και το “Trianon” για τους μονάρχες των Βερσαλλιών, δηλαδή θερινό θέρετρο διαμονής και προσωρινό, δευτερεύον διοικητικό κέντρο εξαρτώμενο από αυτούς; Ή μήπως ήταν ανεξάρτητη από την Φαιστό και ασκούσε το δικό της τοπικό αλλά ανεξάρτητο έλεγχο στο κομμάτι της κοιλάδας της Μεσσαράς που έλεγχε; Πρόκειται πράγματι για ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της αρχαιολογικής έρευνας.

Σίγουρη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί. Ο «βιαστικός» χαρακτηρισμός «ανακτορικό» που επινοήθηκε από τον Έβανς από την αρχή κιόλας των ανασκαφών στην Κρήτη, μας δίνει μια εικόνα για το πολύπλοκο και εξαιρετικά γραφειοκρατικό διοικητικό σύστημα των Μινωιτών. Δε μας λέει όμως απολύτως τίποτα για το αν αυτές οι γραφειοκρατικές κεντρικές εξουσίες είχαν χαρακτήρα αυτοκρατοριών ή υποστήριζαν μια ευρύτερη κοινοπολιτεία αυτόνομων τοπικών ηγεμονιών. Πολύτιμες πληροφορίες αντλούμε από τις πινακίδες με Γραμμική Β’, το μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων έχει βρεθεί την Αγία Τριάδα.[36] Το γεγονός αυτό μας βοηθά να συμπεράνουμε οτι οι κατοικούντες στην Αγία Τριάδα μάλλον ανήκαν σε μία κάστα που δε διέφερε και πολύ από την ανώτατη διοικητική τάξη της 18ης δυναστείας στην Αίγυπτο του Νέου Βασιλείου ή τους γραφείς των Θηβών.

Θα μπορούσαμε άραγε να φανταστούμε έναν ξεχωριστό – έστω τοπικής σημασίας – άνακτα στην Αγία Τριάδα και κατ’επέκταση άλλον στην Τύλισο, άλλον στα Γουρνιά, άλλον στο Παλαίκαστρο κ.ο.κ.; Πιθανόν ναι, γεγονός που μας εξηγεί, γιατί κάθε μία από αυτές τις περιοχές είχε το δικό της ανάκτορο. Η αποδοχή πάντως ή μη, από πλευράς του ερευνητή της παραπάνω εκδοχής, δε μειώνει καθόλου τον ευρύτερο διοικητικό – διαμετακομιστικό – ελεγκτικό – φοροσυλλεκτικό ρόλο που θα πρέπει να διαδραμάτισε η έπαυλη της Αγίας Τριάδας στην Κρήτη κατά την τόσο ενδιαφέρουσα εποχή της υστερομινωικής περιόδου.

Πίνακες
Πίνακας Τεχνέργων της Αγ. Τριάδας[37]

Δωμάτιο Υλικό Αντικείμενο
3 Λίθος Γύψινη βάση (κατώφλι)
5 Λίθος Αγγείο «Θεριστών – Λιχνιστών»
4a Πηλός

Χαλκός

Μόλυβδος

3 λυχνάρια, 1 πινάκιο, 1 μεγάλο κύπελο με προχοή, αρκετές λάγηνοι 1 αγγείο με τέσσερις λαβές, 2 πώματα αγγείων, 1 αμφορέας

Ειδώλιο γυναίκας σε λατρευτική στάση, 1 σμίλη, 1 σφυρί (sledgehammer), 1 ξυράφι, 2 σύρματα, 1 δαχτυλίδι, 1 σφυρί, 1 λαξευμένο εργαλείο

1 δίσκος (μάλλον βαρίδι)

11 Πηλός

Λίθος

Τουλάχιστον 15 πινακίδες με Γραμμική Α, πολλά θραύσματα και cretulae

Ρυτό με πυγμάχους, ρυτό από ασβεστόλιθο, κωνικό ρυτό, δισκοπότηρο, μαρμάρινο αλάβαστρο, 3 δίσκοι από χαλαζία

13 Λίθος Λεμβοειδές αγγείο από αλάβαστρο, όστρακο από οψιανό
14 Πηλός

Λίθος

Ελεφαντόδοντο

4 αλάβαστρα, 1 πυξίς, πολλά θραύσματα με διακόσμηση ανθέων και θαλασσίων θεμάτων

Μαρμάρινο δισκοπότηρο, λυχνάρι πάνω σε βάθρο, 5 πώματα αγγείων, θραύσματα αγγείων

Πυξίδα

45 Πηλός 2 μικρά αγγεία, 1 λυχνάρι, ένας τριποδικός πύραυνος, 1 ηθμός
51, 54, 55 Πηλός

Χαλκός

Μόλυβδος

2 λυχνάρια συν έξι επιπλέον τεμάχια, 1 πώμα αγγείου, 1 μικρό πώμα, 1 πίθος με τέσσερις λαβές, 1 πινάκιο

2 σφυριά, διάφορα άλλα τεμάχια

3 δίσκοι προφανώς βάρη

52 Χαλκός 1 ξυράφι
4,11,14,15,51 Πηλός

Λίθος

Χαλκός

5 πινακίδες με Γραμμική Α΄, 1 αλάβαστρο με θαλάσσια κόσμηση  1 υδρία, περίπου ογδόντα υφαντικά βάρη (loom weights), 1 διάτρητος δίσκος

1 δισκοπότηρο, 1 αλάβαστρο, 1 κωνικό ρυτό από στεατίτη, 1 σφαιρικό κύπελλο, αγγείο από αλάβαστρο, 1 γουδί από σερπεντίνη, τεμάχια χαλαζία

2 μεγάλα πριόνια, 2 σμίλες, 2\r\n διπλοί πελέκεις, ένα μαχαίρι

Παραπομπές -Σημειώσεις
[1]  Banti 1930,  155-156.
[2]  Watrous 1984, 80.
[3]  Graham 1987, 82-83.
[4]  Halbherr, Stefani & Banti 1977, 10.
[5]  Preziosi 1983, 5.
[6]  Preziosi 1983, 20.
[7]  Preziosi 1983, 23
[8]  Watrous 1984, 33.
[9]  Halbherr F., Stefani E., Banti E., (1977) σελ. 15
[10]  Preziosi D., (1983) σελ. 61
[11]  Treuil R., Darcque P., Poursat J., Touchais G., (1996) σελ. 117
[12]  Graham, W. J., (1987) σελ. 61
[13]  Halbherr F., Stefani E., Banti E., (1977) σελ. 18-21
[14]  Halbherr F., Stefani E., Banti E., (1977) σελ. 61
[15]  Preziosi D., (1983) σελ. 29-31
[16]  Treuil R., Darcque P., Poursat J., Touchais G., (1996) σελ. 124
[17]  Watrous V. L., (1984) σελ. 58
[18]  Treuil R., Darcque P., Poursat J., Touchais G., (1996) σελ. 124 – 125
[19]  Graham, W. J., (1987) σελ. 41
[20]  Halbherr F., Stefani E., Banti E., (1977) σελ. 50-54
[21]  Preziosi D., (1983) σελ. 50
[22]  Treuil R., Darcque P., Poursat J., Touchais G., (1996) σελ. 111
[23]  Watrous V. L., (1984) σελ. 58-59
[24]  Treuil R., Darcque P., Poursat J., Touchais G., (1996) σελ. 145
[25]  Preziosi D., (1983) σελ. 25
[26]  Watrous V. L., (1984) σελ 52
[27]  Halbherr F., Stefani E., Banti E., (1977) σελ. 77-78
[28]  Preziosi D., (1983) σελ. 41-42
[29]  Halbherr F., Stefani E., Banti E., (1977) σελ. 47 – Preziosi D., (1983) σελ. 36
[30]  Watrous V. L., (1984) σελ. 45-47
[31]  Halbherr F., Stefani E., Banti E., (1977) σελ. 104
[32]  Treuil R., Darcque P., Poursat J., Touchais G., (1996) σελ. 124
[33]  Banti L., (1930-31) σελ. 8-10
[34]  Preziosi D., (1983) σελ. 33, Graham, W. J., (1987) σελ.. 14-17
[35]  Preziosi D., (1983) Graham, σελ. 18
[36]  Graham, 1987, 111.
[37]  Watrous 1984, 127.

Βιβλιογραφία
Preziosi, D., (1983) Minoan Architectural Design, Berlin.
Pernier, L., Banti, L., (1947) Guida degli scavi Italiani in Creta, Roma σ. 6-40.
Banti, L., (1930-31) La grande tomba a tholos di Haghia Triada, AnnScAtene 13-14, σ. 155-251.
Treuil, R., Darcque, P., Poursat, J., Touchais, G., (1996) Οι Πολιτισμοί του Αιγαίου, Αθήνα .
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (1970) εκδ. Εκδοτικής Αθηνών, τόμος Α’, σελ. 166 – 211.
Watrous, V. L., (1984) Ayia Triada : a new perspective on the Minoan Villa, AJA 88.
La Rosa, V., (1977) La ripresa dei lavori ad Haghia Triada : Relazione preliminare sui saggi del 1977, AnnScAtene 55, σ. 297-342.
La Rosa, V., (1979-80) La ripresa dei lavori ad Haghia Triada ΙΙ : Relazione preliminare sui saggi del 1978 e 1979, AnnScAtene 57-58, σ. 49-64.
Halbherr, F., Stefani E., Banti E., (1977) Haghia Triada nel periodo tardo palaziale (con appendice di Vicenzo La Rosa), AnnScAtene 55, σ. 4-291.
Hood, S., (21990) Η τέχνη στην Προϊστορική Ελλάδα, (μτφ. Μ. Παντελίδου, Θ. Ξένος), Αθήνα.
Graham, W. J., (1987) The Palaces of Crete, Princeton University Press.

sources on the net:
http://tenaya.cs.dartmouth.edu/history/bronze_age/lessons/13.html
http://indiana.edu/~classics/aegean/tga11.html
http://home.earthlink.net/~dboals1/arch.html#general
© 2004 Κ. Πνευματικός

Διαβάστε εκτός σύνδεσης: