Τα καδέρνα της Αστυπάλαιας 1510-1525: Καλλιεργητές και Γεωργική Παραγωγή, Άνθρωποι και Τοπωνύμια

Nicolas Vernicos (Prof. Emeritus):
Τα καδέρνα της Αστυπάλαιας 1510-1525I (Quaderni di Stampalia 1510-1525), αφορούν σε καλλιεργητές και γεωργική παραγωγή, όπως και σε ανθρώπους και τοπωνύμια. Τα πέντε τετράδια έχουν καταχωριστεί στο αρχείο του ιδρύματος με την ακόλουθη σειρά:

Libretto 1:  χρονολογίας 1522, φωτογραφίες nos DSCF0045 – 0049.
Libretto 2:  χρονολογίας 1524, φωγογραφίες nos DSCF0050 – 0059.
Libretto 3: χρονολογίας 1510, φωγογραφίες nos DSCF0060 – 0068.
Libretto 4: χρονολογίας 1525, φωγογραφίες nos DSCF0069 – 0076.
Libretto 5: χρονολογίας 15[2?], φωτογραφίες nos DSCF0077 – 0085.

Στο κείμενο που ακολουθεί αριθμούμε τις σελίδες κάθε τετραδίου χωριστά και σημειώνουμε τις εγγραφές των ατόμων, η παραγωγή των οποίων φορολογείται, με λατινικό αύξοντα αριθμό (πχ. Ι-ΧΙΙ), στον οποίο προσθέτουμε τον αριθμό της ομοιοτυπίας του δισέλιδου ή της σελίδας πάνω στην οποία απαντά (πχ. Ι45, ΙΙΙ63, V72, IX74, κτλ.)

Δίνεται η δυνατότητα στους αναγνώστες να δουν τους γραφικούς χαρακτήρες των δύο ή τριών γραφέων των τετραδίων, τις συντομογραφίες που χρησιμοποιούν, και να τους αντιπαραβάλουν με ελληνικά γραπτά της περιόδου 1475-1525 άλλων νησιωτικών περιοχών του Αιγαίου και του Ιονίου. Στη μεταγραφή των εγγραφών επιλέξαμε να σημειώνουμε μόνο την συντομογραφίες (στ) και (και), διακρίνοντας τη συλλαβή «κε» και τις περιπτώσεις όπου ο σύνδεσμος «και» αναγράφεται πλήρης. Δεν σημειώνουμε τους διφθόγγους (ου) και τις συντομογραφίες (αρ) και (αλ).

Όλοι οι αριθμοί δίνονται με ελληνικά γράμματα, πάνω από τα οποία μπαίνει μια οριζόντια γραμμή, γεγονός που διευκολύνει την ανάγνωση. Θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζαμε αν οι γραφείς έκαναν και τις πράξεις (πρόσθεση αφαίρεση και διαίρεση) με τα γράμματα ή αν χρησιμοποιούσαν άβακα. Παρατηρούμε, πάντως, πως μια λογιστική ανάλυση (4ο τετράδιο, σελίδα 14, γράφεται στα Ιταλικά, ενώ στο δεύτερο τετράδιο έχουμε σημάδεμα με γραμμές. Μια πρακτική που είναι αντίστοιχη με εκείνη της χρήσης της τσέτουλας (μικρό ξύλο στο οποίο σημειώνονταν με εγκοπές οι αγοραπωλησίες) και των εγκοπίδων (μικρά ξύλα σχισμένα κατά μήκος στα δύο, όπου σημείωναν με εγκοπές οι δοσοληψίες ανάμεσα στους συναλλασσόμενους).

Οι δυο γραφείς των τετραδίων (καδέρνων) γράφουν τον φωνητικό φθόγγο «ι» με όλους τους δυνατούς τρόπους (ανορθόγραφα), πολλές φορές παραλείπουν το «ν» από το «ντ» ενώ συχνά απεικονίζουν τα «nd/d» με το σύμπλεγμα «τΤ» το οποίο διατηρήσαμε στη μεταγραφή.

Απηχώντας, ίσως, την τοπική ή τη βενετική προφορά σημειώνουν, κατά κανόνα, το «τζ» με μόνο με «ζ». Παρατηρούμε επίσης, πως στις εγγραφές, οι γράφοντες, ταλαντεύονται ανάμε-σα σε λόγια προφορά της αιτιατικής με τελικό «ν» και σε καθομιλουμένη χωρίς. Ενδιαφέρουσες είναι οι λέξεις που γράφονται σύμφωνα με την τότε προφορά, η οποία είναι σε όλες τις περιπτώσεις και κατανοητή και σύγχρονη: (ανάμισο: 1½, απόξω, ρηβίθια/ροβίθια, κτλ.) Μια προσεκτική παρατήρηση των φωτοτυπιών μας κάνει να πιστεύουμε πως σε δύο ή τρία τετράδια έγραψε τα ονόματα των ατόμων (καλλιεργητές; ) που θα φορολογούντο και άλλο άτομο, αργότερα, καταχώρiσε τις ποσότητες που μαζεύτηκαν υπολογίζοντας στη «σούμα» (άθροισμα) τις οφειλόμενες ποσότητες. Έχουμε έτσι την ίδια καταλογογράφηση των φορολογούμενων σε δύο ή τρία από τα τετράδια, όπως και ονόματα χωρίς εγγραφή παραγωγής, και μία δύο περιπτώσεις όπου εγγράφεται μόνο μια συνεισφορά σε μέλι και κερί. Δεν σημειώνουμε τις εγγραφές που διαγράφονται με οριζόντιες γραμμές, υποθέτουμε επειδή έδωσαν τα οφειλόμενα και ξεχρεώθηκαν για τη χρονιά.

Επισημαίνουμε την ιδιαίτερη σημασία που έχει το τοπωνυμικό της Αστυπάλαιας του 1500, το οποίο στο σύνολό του, σχεδόν, είναι το ίδιο με το σημερινό και δεν φαίνεται να είχε χαθεί την περίοδο που, σύμφωνα με την επίσημη βιβλιογραφία, το νησί είχε μείνει ακατοίκητο. Αυτό μας βάζει σε σκέψεις αναφορικά με την ακρίβεια των όσων έχουν γραφεί για την ιστορία της νήσου, και των μικρότερων Κυκλάδων, την περίοδο 1450-1550. Ενδιαφέρον, μάλιστα, προκαλούν ορισμένα ανθρωπωνυμικά, όπως εκείνα του Τρούτζελου, του Γιάκουμου το Χωριό, του Φραντζέσκου το λαγκάδι και οι εκκλησίες που διατηρούντο, το 1510, στις ιστορικές τους τοποθεσίες στην ύπαιθρο της νήσου: Άγιος Βασίλης, Άγιος Ηλίας, Σαντ’ Αντρέας, Αγιά Μαρίνα.

Από τον επώνυμο κατάλογο των ατόμων που φέρονται να είναι καλλιεργητές και παραγωγοί, άτομα για τα οποία κατά κανόνα δίνονται οι ποσότητες των σιτηρών και των οσπρίων που παρήγαγαν, έχουμε μια πρώτη εικόνα των νησιών και των περιοχών απ’ όπου κατάγονται και πήγαν να κατοικήσουν στην Αστυπάλαια όταν την αγόρασε ο κλάδος της οικογενείας των Κουερίνι της Στα-μπάλια (Querini Stampalia), η γενεαλογία του οποίου δεν έχει πλήρως διαλευκανθεί.

Μεταξύ των «εποίκων» ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η παρουσία των αδελφών Τορνά, αδελφοί του κυβερνήτη (γουβερναδόρου) της Ανάφης, Μανώλη Τορνά του οποίου η διαθήκη βρίσκεται στον ίδιο φάκελο (busta 32) της βιβλιοθήκης του ιδρύματος Querini Stampalia. Σε συνδυασμό με τη διαθήκη του Μανώλη Τορνά, πιστοποιείται η παρουσία των τεσσάρων Τορνά στην Ανάφη τον Δεκέμβριο του 1520, όταν παράλληλα καταγράφονται οι παραγωγές τους στα χωράφια της Αστυπάλαιας. Γίνεται έτσι σαφής και τεκμηριώνεται η κινητικότητα που υπήρχε ανάμεσα στα δύο νησιά την περίοδο 1510-1525. Ανάλογη κινητικότητα υπήρχε και ευρύτερα στο Νότιο Αιγαίο, αν κρίνουμε από τους λογαριασμούς που περιέχει ένα από τα τετράδια και που, με τη σειρά τους, αποδεικνύουν πως μέρος της παραγωγής που αποθήκευε ο κυρίαρχος Αφέντης της νήσου, πουλιόταν και συγκεντρώνονταν χρήματα. Ο λογαριασμός αυτός επαναλαμβάνεται μάλιστα, τον ένα από τους δύο γραφείς των τετραδίων και σε ιταλική γλώσσα.

Ανάλογο εκχρηματισμό βρίσκουμε και στην Ανάφη του 16ου αιώνα, όπου σύμφωνα με τη διαθήκη του Μανώλη Τορνά (1510), σημαντικά χρηματικά ποσά (τα στάμενα) είχε στη κατοχή του ο κυβερνήτης του μικρού αυτού νησιού, οποίος πουλούσε πρόβατα και σπίτια στη Ρόδο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως Βενετοί, Γενοβέζοι και άλλοι Ιταλοί, μεταξύ των οποίων και «τραπεζίτες», αγόραζαν με ρευστά διάφορα νησιά και φέουδα, ενώ είναι γνωστό πως ήδη από τον Μεσαίωνα υπήρχαν και λειτουργούσαν εμπορικές τράπεζες. Χρήματα, άλλωστε χρειάζονταν και για τν μισθοδοσία των πληρωμάτων, που σύμφωνα με τα βενετικά ναυτικά πρότυπα πληρώνονταν στην αρχή κάθε ταξιδιού. Μπορούμε, επίσης να υποθέσουμε πως κάποιες χρηματικές αμοιβές δίδονταν από τον Αφέντη της νήσου στους μαστόρους-κτίστες οι οποίοι συντηρούσαν και επισκεύασαν το Κάστρο και τις εκκλησίες της Αστυπάλαιας.

Οφείλουμε, στο σημείο αυτό εισαγωγικά να υπογραμμίσουμε πως στα τετράδια ή καδέρνα, αναφέρονται και καταγράφονται μόνο οι παραγωγές σιτηρών (σιτάρι και κριθάρι) και οσπρίων (αρακά, κουκιά, ρεβίθια και φακή). Είναι αξιοπρόσεκτο πως δεν έχουμε μνεία παραγωγής ελαιολάδου ή βρώσιμων ελιών, αμπελοστάφυλων και κρασιού. Όπως δεν έχουμε πληροφορίες για σύκα και τυχόν ξηρούς καρπούς. Αντίθετα, από μια χρονολογία και μετά, καταγράφονται τα πρόβατα που δίνονται ως φόρος στον κυρίαρχο του νησιού. Δεν υπάρχουν όμως ενδείξεις παραγωγής τυριών, τα οποία όπως οι μυζήθρες της Σίφνου μπορούν να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για τον λόγο αυτό να συμπεράνουμε πως τα προϊόντα αυτά φορολογούντο σε άλλη κατηγορία από εκείνη των σιτηρών/οσπρίων και του μελιού.

Διαβάστε τη συνέχεια

Επισκέψεις: 4107